ΓΥΜΝΟΙ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ (Επανέκδοση) - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

Ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη η επανέκδοση αυτή του κλασικού αστυνομικού θρίλερ αγωνίας που σημαδεύει την επιστροφή του διάσημου Γάλλου σκηνοθέτη Ρενέ Κλεμάν, με την πρώτη ταινία βασισμένη στις περιπέτειες του σαγηνευτικού εγκληματία Τομ Ρίπλεϊ, «ήρωα» μιας σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων της Πατρίσια Χάισμιθ, αρκετά από τα οποία θα μεταφερθούν στη συνέχεια στη μεγάλη οθόνη («Ο Αμερικανός φίλος» του Βέντερς, «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» του Αντονι Μινγκέλα», «Το παιχνίδι του κ. Ρίπλεϊ» της Λιλιάνα Καβάνι, «Ripley Under Ground» του Ρότζερ Σπότισγουντ»).

Plein Soleil1

Ο Τομ Ρίπλεϊ, με τον Αλέν Ντελόν, σ’ έναν από τους πρώτους ρόλους του, είναι ο φιλόδοξος νεαρός που προσλαμβάνεται από ένα πλούσιο Αμερικανό επιχειρηματία για να πάει στη Ρώμη και να πείσει τον πλέι-μπόι γιο του, Φιλίπ (Μορίς Ρονέ) να επιστρέψει στην πατρίδα. Παρασυρμένος από την ελκυστική, ανέμελη ζωή του πλούσιου πλέι-μπόι, που απολαμβάνει τον μεσογειακό ήλιο και τη θάλασσα στο γιοτ του, παρέα με την όμορφη, το ίδιο φιλόδοξη μ’ αυτόν, φιλενάδα του, Μαρτζ (Μαρί Λαφορέ), ο Τομ, παθιασμένος με τον Φιλίπ, αρχίζει σταδιακά και σχολαστικά να τον αντιγράφει και να τον μιμείται.

Ώσπου, σε μια έξοδό τους στη θάλασσα, τα πράγματα θα χειροτερέψουν, καταλήγοντας στη δολοφονία του Φιλίπ, πρώτη από δυο δολοφονίες που θα διαπράξει ο «εκκολαπτόμενος» εγκληματίας του Ρίπλεϊ. Με σημαντικό στις εξελίξεις αυτές στο στόρι, να μην είναι τόσο το τι θα επακολουθήσει όσο το με τι τρόπους θα τα αντιμετωπίσει ο πολυμήχανος Ρίπλεϊ, που είναι και το βασικό σασπένς του θρίλερ του Κλεμάν, που 70 χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, δεν έχει χάσει τίποτα από τη φρεσκάδα, την ομορφιά και τη δύναμή του.

Plein Soleil3

Σε μια περίοδο όπου η νουβέλ βαγκ είχε πάρει τη σκυτάλη από την παλιά γενιά των Γάλλων κινηματογραφιστών, ο Κλεμάν, που είχε διαπρέψει με ταινίες όπως «Η μάχη των σιδηροδρόμων», «Απαγορευμένα παιχνίδια», «Ο κύριος Ριπουά» και «Ζερβέζ», έκανε μια καθοριστική στροφή, προς ένα κινηματογράφο που έμοιαζε περισσότερο με εκείνη του νέου γαλλικού σινεμά, παρά σ’ εκείνη της «παλιάς φρουράς» (Ζιλιέν Ντιβιβιέ, Μαρσέλ Καρνέ) που απέρριπταν τα «τρομερά παιδιά» των «Καγιέ ντι σινεμά». Με διευθυντή φωτογραφίας, τον εξαίρετο Ανρί Ντεκαέ, ένα δικό τους κάμεραμαν (υπεύθυνο για τη φωτογραφία των ταινιών του Σαμπρόλ, του Λουί Μάλ, του Τριφό), και με ωραία, σε αντίστιξη με τα δρώμενα, μουσική του Νίνο Ρότα, μας οδηγεί μέσα από την περιπλάνηση των τριών τους σε διάφορα μέρη της Ιταλίας, τις συγκρούσεις και το μίσος ανάμεσα στις δυο άντρες (μαζί και την υπολανθάνουσα ομοφυλοφιλία τους), με τον ήλιο και τη θάλασσα να χρησιμοποιούνται έξυπνα και δημιουργικά στην όλη εξέλιξη του στόρι.

Στην όλη επιτυχία συμβάλλει η σωστή ανάπτυξη των χαρακτήρων, με τους τρεις βασικούς ηθοποιούς να ενσαρκώνουν τέλεια τους ρόλους τους: ο Μορίς Ρονέ στο ρόλο του Φιλίπ, πλούσιου θύματος, που πέφτει εύκολα στην παγίδα που του στήνει ο Τομ, η Μαρί Λαφορέ στο ρόλο της φιλόδοξης, χωρίς ηθικούς φραγμούς, νεαρής, που περνάει εύκολα από την αγκαλιά του Φιλίπ σ’ εκείνη του Τομ και, πάνω απ’ όλους, ο Ντελόν, πρώτος από τους Ντένις Χόπερ, Ματ Ντέιμον και Τζον Μάλκοβιτς, που θα ερμηνεύσουν στη συνέχεια τον Ρίπλεϊ, να δίνει τη μορφή του εξωτερικά ελκυστικού φιλόδοξου, χωρίς δική του προσωπικότητα νέου, επικίνδυνου, στην πραγματικότητα, τέρατος, όπως σταδιακά ανακαλύπτουμε, που μεθοδικά αντιγράφει τον χαρακτήρα του Φιλίπ, κλέβοντάς του και τη φιλενάδα του, για να μετατραπεί στο τελευταίο μέρος της ταινίας στον ψυχρό, ευφυή, τετραπέρατο δολοφόνο.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module