Μενού

HIT MAN - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

 

1839 2

«Δεν είμαι αυτή που είμαι», λέει η Βιόλα στην Ολίβια, στη «Δωδέκατη νύχτα» του Σέξπιρ, έχοντας καλύψει την ταυτότητας της. Αυτή η σεξπιρική αλλαγή ταυτότητας (αλλά και τα προβλήματα που αυτή προκαλεί στο ίδιο το άτομο), που συναντάμε και σε άλλα έργα του μεγάλου δραματουργού, είναι στο επίκεντρο του αστυνομικό θρίλερ, που συνδυάζει την κωμωδία σκρούμπολ με το φιλμ νουάρ, στην ταινία, «Hit Man», του Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ, γνωστού μας από την «Before» Τριλογία του («Πριν το ξημέρωμα», «Πριν το ηλιοβασίλεμα», «Πριν τα μεσάνυχτα»).

Με βάση το άρθρο του Σκιπ Χόλαντσγουερθ, γύρω από την αληθινή ιστορία ενός ψεύτικου εκτελεστή δολοφόνου που εργάστηκε για την αστυνομία του Χιούστον, ο Λίνκλεϊτερ μετέφερε την ιστορία του πραγματικού Γκάρι Τζόνσον, στη Νέα Ορλεάνη. Στην ταινία, ο πραγματικός Γκάρι (ένας εκπληκτικός Γκλεν Πάουελ), είναι ένας ήρεμος, ευγενικός, χωρισμένος καθηγητής ψυχολογίας και φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Ορλεάνης, που ζει μόνος στο σπίτι του, με τα βιβλία, τα φυτά και τις δυο γάτες του (την Id this και την Ego, ονόματα που αναφέρονται στη ψυχολογία), ενώ, παράλληλα, συνεργάζεται με την αστυνομία, σε τεχνικά τους προβλήματα. Ξαφνικά όμως, όταν ο αστυνομικός, που παίρνει την ταυτότητα του ψεύτικου εκτελεστή για να βοηθήσει την αστυνομία να συλλαμβάνει πρόσωπα που θέλουν να ξεφορτωθούν κάποιο δικό τους άτομο, παραμερίζεται εξαιτίας του κακού χειρισμού των επιχειρήσεων του, η αστυνομία ζητά από τον Γκάρι να  τον αντικαταστήσει.

Κάτι που ο Γκάρι ανακαλύπτει πολύ γρήγορα πως μπορεί να το κάνει, κι αυτό με τον καλύτερο μάλιστα τρόπο: χρησιμοποιώντας διάφορες μεταμφιέσεις, διαφορετικά μαλλιά, ψεύτικα  μουστάκια, και άλλα μέσα, βασισμένα στην ιδέα που ο πελάτης έχει  σχηματίσει για τον Hit Man. Παίρνοντας κάθε φορά και μια άλλη ταυτότητα (ένα από τα θέματα της ταινίας, που ο Γκάρι προαναγγέλλει σε μια από τις διαλέξεις του στο πανεπιστήμιο), σε σημείο που αυτή, κάποια στιγμή να μπερδεύεται με την αληθινή προσωπικότητα του Γκάρι. Ταυτότητα που τριπλασιάζεται όταν ο Γκάρι γνωρίζει την προκλητική Μάντισον (μια πολύ αισθησιακή Άντρια Αρτζιόνα), τη μοιραία γυναίκα που του ζητά να σκοτώσει τον άντρα της. Η γνωριμία τους θα οδηγήσει σε παθιασμένο έρωτα (δημιουργώντας τη χημεία που απαιτεί ο ρόλος τους), που θα κάνει τον Γκάρι να αλλάξει τα σχέδια του.

Εκεί που η ταινία αρχίζει να μετατρέπεται σε ρομαντική κωμωδία, ο Λίνκλεϊτερ βρίσκει τον τρόπο, με το χιούμορ, τις ατάκες και τις απρόοπτες κωμικές καταστάσεις, να της δώσει την αίσθηση των κωμωδιών σκρούμπολ, ενώ, με την παρουσία της σέξι, πονηρής Μάντισον, να θυμίζει την Μπάρμπαρα Στάνγουικ στο κλασικό νουάρ, «Με διπλή ταυτότητα», όταν μάλιστα στην πορεία επιστρέφει και ο αστυνομικός που υποδυόταν αρχικά τον εκτελεστή, και που τώρα αρχίζει να υποπτεύεται τη σχέση ανάμεσα στον Γκάρι και τη Μάντισον. Οδηγώντας μας σε ένα απρόσμενο, με ανατροπές, εξαίρετο φινάλε, σε μια ταινία που πέρα από το χιούμορ και το σασπένς εκμεταλλεύεται και την παρουσία της Νέας Ορλεάνης, για να χρησιμοποιήσει τους φυσικούς χώρους (όχι τους γνωστούς τουριστικούς, αλλά το πανεπιστήμιο, διάφορα γνωστά κλαμπ και άλλους), για να δημιουργήσει το ιδιαίτερο κοινωνικό περιβάλλον, και που τονίζει τόσο όμορφα η εξαίρετη έγχρωμη φωτογραφία της Σέιν Κέλι, προσφέροντας μας μιαν ακόμη απόλαυση στην ταινία.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module