Μενού

MAXXXINE - Ηλίας Φραγκούλης

2173 2

Στο Χόλιγουντ του 1985, η νεαρή porn star Μαξίν κάνει τα πάντα για να ανέλθει στη Μέκκα του θεάματος, ενώ παράλληλα το Λος Άντζελες τρομοκρατείται από τη δράση ενός serial killer με το παρατσούκλι «Night Stalker». Μπορεί η Μαξίν να γίνει ένα από τα επόμενα θύματά του;

Αφήνοντας απ’ έξω την (εξαιρετική) «παρένθεση» του prequel της «Pearl» (2022), το sequel της «MaXXXine» του Τάι Γουέστ κορυφώνει την τριλογία του «X» (2022), αποκαλύπτοντας ακόμη καλύτερα τη δυναμική και το σκεπτικό πίσω από το όλο project. Πρωτίστως, λοιπόν, μιλάμε για έργα αναφοράς στο genre του horror και στα υφολογικά φιλμικά trends της ανάλογης δεκαετίας, από τα ‘70s μέχρι και τα ‘80s, τόσο πετυχημένα στο αποτέλεσμα, που σε κάνουν να ελπίζεις να υπάρξει και περαιτέρω συνέχεια στον βίο της Μαξίν Μινξ, ώστε να θαυμάσουμε τη δράση της και σε ένα ακόμη πιο σύγχρονο πολιτισμικό πλαίσιο.

Παίζοντας με τους κανόνες του σινεμά τρόμου, ο Γουέστ κατορθώνει παράλληλα να κάνει κι ένα κοινωνικό σχόλιο για την κάθε χρονολογική περίοδο, απογειώνοντας εδώ και πτυχές πολιτικής κριτικής για μια δεκαετία σοβαρών αντιθέσεων. Ο «ρεϊγκανισμός» μιας άκρατα συντηρητικής «ανάπτυξης» και ασύδοτου πλουτισμού, δίπλα στην κατάπτωση των ηθών και τον θρίαμβο της… οικιακής πορνογραφίας, συνδυάζονται με τη μόδα των όλο και πιο αιματηρών και γραφικών σε απεικονίσεις φόνων slasher movies, δίνοντας τροφή για κοινωνιολογικές αναλύσεις που ο Γουέστ σου επιτρέπει να κάνεις μετά την παρακολούθηση του φιλμ. Κοινώς, εδώ δεν ασχολούμαστε μονάχα με μια ανεγκέφαλη σωρεία φονικών, αλλά υπάρχει κι ένα υπόβαθρο περιεχομένου (σοκ και δέος!), το οποίο (επιπροσθέτως) καυλώνει με την αισθητική και το σκηνοθετικό στυλ της φιλμογραφίας του Μπράιαν Ντε Πάλμα από τη δεκαετία του ’80!

Φυσικά, πρωταγωνιστούν οι σινεφιλικές αναφορές και μια βαθύτατη διάθεση ειρωνείας της βιομηχανίας του θεάματος, σε μια περίοδο όπου η κινηματογραφική Τέχνη περνούσε (ανεπιστρεπτί) στα χέρια του corporate exploitation, με «όπλα» το home entertainment και τον «αυτόματο πιλότο» των sequels, αυτοσαρκάζοντας και την ίδια την ύπαρξη της «MaXXXine». Ο Γουέστ εστιάζει σε ένα είδος προσβολής των studios προς το σινεμά (προσέξτε τον διάλογο στην ξενάγηση της Μαξίν στα παλιά sets της Universal, με αποκορύφωμα το σχόλιο που σχετίζεται με το Bates Motel και το σπίτι της μανούλας από το «Ψυχώ», χώροι οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για τη συνέχεια του 1983).

Η βεβήλωση της κάθε φιλμικής αξίας από τους executives του Χόλιγουντ μετατρέπεται σε μία «αιρετική» πράξη… φονικών διαστάσεων, με τάσεις συντηρητισμού και βαθιάς θρησκοληψίας! Στην κορύφωση του φιλμ, όλο αυτό το πλαίσιο βγαίνει από το σκότος (#diplhs) των παρασκηνίων και δηλώνει μια ολόδική του ψύχωση, να πρωταγωνιστήσει στα πράγματα εξαγνίζοντας το «Κακό» ως μια μορφή Ιεράς Εξέτασης που, αρκετά διασκεδαστικά, χρησιμοποιεί τα ίδια μέσα με αυτό που καταπολεμά! Η τιμωρητική βία του φιλμικού vigilante δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το απίστευτα (και χλιδάτα) οργανωμένο δίκτυο ενός «ιερατείου» δήθεν αγνότητας, το οποίο βασανίζει και σφάζει (κυριολεκτικά) τα «μαύρα πρόβατα» του porn industry. Αν θυμάστε καλά, άλλωστε, μιλάμε για μια δεκαετία όπου το σεξ χαρακτηρίστηκε ως κάτι το ιδιαίτερα επικίνδυνο και αποφευκτέο στο σινεμά, σε αντίθεση με τον εξωραϊσμό της απεικόνισης της βίας.

Για ακόμη μία φορά, η Μία Γκοθ αποδεικνύει πόσο ξεχωριστή θέση έχει στο Χόλιγουντ του σήμερα, παραμένοντας το πιο ανεκμετάλλευτο από κάθε είδους casting «μυστικό» του, με τον Γουέστ να θέλει να την παραλληλίσει έως και με την… Μπέτι Ντέιβις (συνολικά ως μορφή, ουχί αποκλειστικά ως ερμηνεύτρια), ξεκινώντας σημειολογικά την «MaXXXine» με quote της θρυλικής star και κλείνοντας με την μεγαλύτερη επιτυχία της δισκογραφίας για το 1981 στις ΗΠΑ, το «Bette Davis Eyes» με τη φωνή της Κιμ Καρνς. «She’s ferocious and she knows just what it takes to make a pro blush», που λέει και το τραγούδι. Προσωπικά, θα επιθυμούσα κι άλλη συνέχεια!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Από το σκηνικό τύπου «Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Πριόνι» του «Χ», εδώ περνάμε σ’ ένα urban περιβάλλον δράσης serial killer που νοσταλγεί τις slasher movies του ’80, κριτικάρει πικρόχολα το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της Αμερικής της συγκεκριμένης δεκαετίας και βλέπει το Χόλιγουντ σαν μια… σατανική αίρεση, ακραία συντηρητική, η οποία καταπολεμά τις ελευθερίες του (καταναλωτικού) κοινού με το «άλλοθι» της κάθαρσης. Ένα θαυμάσιο, χορταστικό σε δράση sequel, που σου επιτρέπει και να σκεφτείς, φλερτάροντας περισσότερο με την αφήγηση ενός αστυνομικού θρίλερ παρά με το απόλυτο horror (δίχως να χαρίζει κάστανα στο gore).

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module