Μενού

ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ (Επαν.) - Γιώργος Ξανθάκης

2414 1

Αναμφίβολα ο βασικός λόγος για τον οποίο το σινεμά του Stanley Kubrick άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στη συλλογική συνείδηση είναι η διαχρονική υπόστασή του: υπερβαίνοντας τις ιστορικές συνθήκες, κατανοούμε τον αμετάβλητο ανθρώπινο παράγοντα, ανακαλύπτοντας τις σταθερές μεταξύ διαφορετικών εποχών, κοινωνιών και πολιτισμών, από την αρχαία Ρώμη έως τον 18ο αιώνα, από τον «Μεγάλο Πόλεμο» μέχρι το Βιετνάμ. Ωστόσο, η ταινία που περισσότερο από τις άλλες ανήκει στην εποχή μας είναι το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» (1971).

Για τον Kubrick, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» ήταν μια «στιγμή ελευθερίας» ανάμεσα σε δύο τιτάνια έργα, το «2001: A Space Odyssey» (1968) και το «Barry Lyndon» (1975), αλλά και στη ματαίωση του μεγαλεπήβολου έργου του για τον Ναπολέοντα, το οποίο ετοίμαζε σχολαστικά από το 1969. Το φιλμ υπήρξε κι ένα ορόσημο σε εκείνη τη φοβερή δεκαετία του 1970, που αποτέλεσε, εξ ορισμού, τη δεκαετία των σκανδαλωδών ταινιών: «Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι», «Το Μεγάλο Φαγοπότι», «120 Μέρες στα Σόδομα».

Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Anthony Burgess (του 1962), ένα βιβλίο που έγινε cult λόγω της φουτουριστικής αργκό και της πικρής ειρωνείας του για το πρόβλημα της αστικής βίας, η ταινία βρήκε εντυπωσιακή απήχηση, καθιερώνοντας τον Kubrick ως έναν από τους μεγαλύτερους οραματιστές και σαρκαστικούς ηθικολόγους του σύγχρονου κινηματογράφου. Ωστόσο υπήρχαν και έντονα αρνητικές αντιδράσεις. Ο Kubrick κατηγορήθηκε ως υμνωδός της βίας · η ταινία συνδέθηκε με βιασμούς και φόνους που έγιναν την ίδια εποχή, και η προβολή της απαγορεύτηκε στην Αγγλία μέχρι το 2000.

Το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» είναι  ένα βαθιά πρωτότυπο έργο που έχει σημαδέψει πολλές γενιές θεατών και έχει εφεύρει ένα εφιαλτικό φουτουριστικό σύμπαν, σαν μια παραμορφωμένη αντανάκλαση της κοινωνίας μας. Με στυλ αποστασιοποιημένου μύθου, αφηγείται τις περιπέτειες του Alex, ενός νεαρού σαδιστή και αμοραλιστή παραβάτη. Γοητευτικός, αγέρωχος, ευφυής αλλά και διεστραμμένος, αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη μιας ομάδας απροσάρμοστων νεαρών που από ανία επιδίδονται καθημερινά σε βιασμούς και βανδαλισμούς. Μετά από ένα τραγικό συμβάν και τη σύλληψή του, ο Alex γίνεται εθελοντικά πειραματόζωο μιας θεραπείας που θα τον κάνει αλλεργικό σε κάθε μορφή βίας. Όταν αποφυλακίζεται, ανακαλύπτει ότι οι γονείς του έχουν υπενοικιάσει το δωμάτιό του. Χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, θα πρέπει να υποστεί βία από εκδικητικούς ζητιάνους, παλιούς συντρόφους του που έγιναν αστυνομικοί και από κάποια από τα θύματά του. Το πείραμα πέτυχε αλλά  το σωφρονιστικό σύστημα τον μετέτρεψε σε «κουρδιστό πορτοκάλι», σε μηχανικό άνθρωπο χωρίς βούληση και προσωπική ελευθερία, που δεν μπορεί καν να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Σύντομα γίνεται πιόνι μεταξύ των πολιτικών: εκείνων που επιδιώκουν να ενισχύσουν τις ενέργειες της κυβέρνησης και εκείνων που θέλουν να την ανατρέψουν…

Η αφήγηση δομείται από τρία κεφάλαια που αφορούν το εσωτερικό ταξίδι του Alex: από την παραβατικότητα, στην κρατικά ελεγχόμενη ηθική και πίσω στην ελεύθερη βούληση. Η χρήση της δικής του φωνητικής αφήγησης παρέχει μια εικόνα για τη διεστραμμένη ψυχή του, και καλεί το κοινό να ενδιαφερθεί με την οπτική του, παρά την τερατώδη συμπεριφορά του. Το πρώτο κεφάλαιο αποτελεί μνημείο του κινηματογράφου, αλλά προοδευτικά τα δυο επόμενα κεφάλαια ρέπουν προς μια σεναριακή σχηματικότητα που παραπέμπει σε μηχανισμό απόδειξης μαθηματικού θεωρήματος.

Οπτικά η ταινία είναι μεγαλειώδης, με εικόνες που έχουν περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο ακόμη και όσων δεν την έχουν δει. Είναι μια φουτουριστική σπουδή πάνω στη βία, τόσο των συμμοριών όσο του κράτους και του σωφρονιστικού συστήματος. Η χειμαρρώδης, χορευτική ροή της κίνησης της κάμερας γιορτάζει τη βαναυσότητα της ωμής δύναμης. Οι συμμορίες αντιμετωπίζουν η μία την άλλη σε κατάσταση άγριας έκστασης από τη χρήση ναρκωτικών και βυθίζονται σε ένα μπαλέτο εκθαμβωτικής βίας, συγχρονισμένοι στη μουσική των  Rossini και Beethoven. Το οπτικό στυλ είναι καθηλωτικό, με έντονα χρώματα, συμμετρικές συνθέσεις των κάδρων, ευρυγώνιες παραμορφωτικές λήψεις, στυλιζαρισμένους φωτισμούς που δημιουργούν μια σουρεαλιστική και απόκοσμη ατμόσφαιρα που ενισχύει το δυστοπικό σκηνικό.

Μετά την κυκλοφορία του, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» ήταν ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο λόγω της γραφικής βίας και του ρητού περιεχομένου του. Πυροδότησε πολλές συζητήσεις σχετικά με τη λογοκρισία, τον αντίκτυπο των μέσων ενημέρωσης στη συμπεριφορά και τις ηθικές επιπτώσεις της πλύσης εγκεφάλου. Το πρόβλημα βρίσκεται στην αμηχανία που προκαλεί στον σκεπτόμενο θεατή που θέλει να δει βαθύτερα από τις οπτικά μεγαλειώδεις εικόνες. Γυρισμένη σε μια εποχή όπου η βίαιη δράση ήταν σύμφυτη με τον πολιτικό ακτιβισμό, προκάλεσε σκάνδαλο καθώς απεικόνιζε δολοφονίες και βιασμούς χωρίς ουσιαστική πρόθεση, λες και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ σωστού και λάθους έχει εντελώς εξαφανιστεί. Το κράτος επεμβαίνει για να αποκαταστήσει τα όρια, φροντίζοντας να τιμωρεί και να ευνουχίζει αντί να διορθώνει και να εκπαιδεύει. Επιβάλλοντας ένα σύστημα αξιών που δεν προκύπτει από κανέναν ηθικό προβληματισμό, καταλήγει να νομιμοποιεί τις επιδρομές των χούλιγκαν. Το καλό και το κακό γίνονται τελικά αφηρημένες και εναλλάξιμες έννοιες.

Ο Kubrick είχε πάντοτε την τάση να παίρνει τα μυθιστορήματα άλλων και να τα αναδιαμορφώνει ώστε να ταιριάζουν με το προσωπικό καλλιτεχνικό του όραμα. Ωστόσο, ο Burgess αποδοκίμασε την απόφαση του σκηνοθέτη να περικόψει το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου αφήνεται να εννοηθεί ότι ο Alex αποφασίζει αυτόβουλα να εγκαταλείψει το έγκλημα και να γίνει παραγωγικό μέλος της κοινωνίας. Στην απαισιόδοξη εκδοχή του Kubrick, ο Alex ουσιαστικά δεν αναμορφώνεται ποτέ. Έτσι ο θεατής αισθάνεται αβέβαιος και απορημένος απέναντι στο μήνυμα της ταινίας. Υπάρχει κάποια ηθική ασάφεια απέναντι στη βία; Ή ο Kubrick είναι απλά ηθικολόγος, που δείχνει με το δάχτυλό του όλους εμάς ως υπαίτιους για το κακό που εγγενώς υπάρχει στην κοινωνία;

Αν και αρκετά μεγαλύτερος από τον 15χρονο χαρακτήρα του Alex, ο Malcom McDowell παραδίδει μία από τις πιο εμβληματικές ερμηνείες της δεκαετίας του 1970. Το ερμηνευτικό του χάρισμα και η μαγνητική του έλξη δημιούργησαν ένα βαθύτατα αμφίθυμο αποτέλεσμα: ακόμα και όταν διαπράττει τις πιο ασυγχώρητες φρικαλεότητες, τείνουμε διεστραμμένα να αγκιστρωθούμε πάνω του. Σπάνια έχουμε δει τέτοια απόδοση ρόλου, τέτοιας ακρίβειας, τέτοιας ποιότητας. Ο ίδιος ο McDowell παραδέχτηκε: «Υπάρχουν ορισμένοι ρόλοι στη ζωή σου που γεννήθηκες να παίζεις: αυτός ήταν ένας από αυτούς τους ρόλους!»

Το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» αποτελεί  μια φουτουριστική σπουδή πάνω στη βία, τόσο των συμμοριών όσο και του κράτους και του σωφρονιστικού συστήματος. Το ακραίο στιλιζάρισμα, η ντελιριακή χρήση της μουσικής, η χορογραφική απεικόνιση της βίας, το σουρεαλιστικό χιούμορ ιδιαίτερα κατά την απεικόνιση των βιαιοτήτων  εκπέμπουν μια απόκοσμη και ανατριχιαστική σαγήνη. Και εδώ τίθεται ένα ηθικό ζήτημα: μπορεί η βία της ταινίας να επηρεάσει θεατές που συστηματικά παραποιούν τη νιτσεϊκή φιλοσοφία, για να υποστηρίξουν τη βαρβαρότητα στο όνομα ενός θολού αντικομφορμισμού;

Στο σαρκαστικό και ειρωνικό φινάλε της ταινίας, οράματα οργίων επιστρέφουν στο μυαλό του Alex, που έχει ξαναβρεί την ελεύθερη βούλησή του · γιατί γι’ αυτόν «είναι καλύτερο να βασιλεύεις στην κόλαση παρά να υπηρετείς στον Παράδεισο».

Γιώργος Ξανθάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module