Μενού

ΣΙΩΠΗΛΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ (Επαν.) - Γιώργος Ξανθάκης

2414 1

Στο πέρασμα του χρόνου, τα «Rear Window» (1954), «Vertigo» (1958) και «Psycho» (1960) έχουν αποκρυσταλλωθεί ως τα κορυφαία έργα της μεγάλης καριέρας του Alfred Hitchcock. Λαμπρά κατασκευασμένο, τολμηρά πρωτότυπο και συνάμα άκρως διασκεδαστικό, το «Rear Window» είναι η ταινία που καθιέρωσε τον βρετανό δημιουργό ως πραγματικό μάστορα της 7ης Τέχνης.

Το σενάριο του John Michael Hayes βασίστηκε στο διήγημα «It Had to Be Murder» του Cornell Woolrich (γνωστού και ως William Irish), ενός δημοφιλούς αμερικανού συγγραφέα θρίλερ, του οποίου τα μυθιστορήματα διασκευάζονταν συχνά για τον κινηματογράφο («Mississippi Mermaid», 1969).

Το πλαίσιο της ιστορίας είναι απλό: ο φωτορεπόρτερ LB Jeffries (James Stewart), καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι με σπασμένο πόδι, περνά τις μέρες του «κατασκοπεύοντας» με τον φακό της μηχανής του όλους τους γείτονες από το παράθυρό του. Δέχεται τακτικές επισκέψεις από τη νοσοκόμα του, Stella (Thelma Ritter), και την όμορφη αρραβωνιαστικιά του, Lisa Fremond (Grace Kelly). Η σχέση του μαζί της είναι δύσκολη: ο Jeff την κατηγορεί για την έλλειψη όρεξης για περιπέτειες και αποφεύγει να την παντρευτεί. Ένα βράδυ, ακούει μια κραυγή από το απέναντι διαμέρισμα και βλέπει τον γείτονά του, Lars Thorwald (Raymond Burr), να βγαίνει κουβαλώντας μια βαριά βαλίτσα. Τον υποπτεύεται ότι σκότωσε τη γυναίκα του και εκμυστηρεύεται τις υποψίες του σε έναν φίλο του ντετέκτιβ, τον Doyle (Wendel Corey). Όμως ο Doyle τις θεωρεί προϊόν της υπερβολικά ενεργητικής φαντασίας του Jeff…

Αν και στην επιφάνειά του το «Rear Window» φαίνεται σαν θρίλερ με μυστήριο δολοφονίας, κατά βάθος είναι μια μετα-ταινία που διερευνά την οντολογική ηδονοβλεψία του κινηματογραφικού θεάματος. Πρόκειται για έναν πνευματώδη και βαθιά ειρωνικό στοχασμό για το βλέμμα, άρα για τον κινηματογράφο, για τη γοητεία της κοινής εικόνας που επιδρά στο συλλογικά ασυνείδητο. Η παρακολούθηση οποιουδήποτε κινηματογραφικού έργου είναι εγγενώς μια ηδονοβλεπτική εμπειρία, που τροφοδοτεί τις δικές μας βαθιές επιθυμίες να παρακολουθούμε άλλους, χωρίς φόβο ότι θα μας παρακολουθήσουν, προκειμένου να ζήσουμε τις εμπειρίες τους, ενώ δεν μοιραζόμαστε τίποτα από τον σωματικό ή συναισθηματικό πόνο τους. Και νοιώθουμε τον ψυχαναγκασμό να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε, μαγεμένοι από τη δική μας περιέργεια και μια νοσηρή επιθυμία να δούμε κάτι που θα μας διασκεδάσει, θα μας σοκάρει ή ενδεχομένως θα μας προκαλέσει αποτροπιασμό, με την ασφάλεια ότι αν οι εικόνες γίνουν αφόρητες, μπορούμε απλώς να αποστρέψουμε το βλέμμα μας και να επιστρέψουμε στον δικό μας ασφαλή μικρόκοσμο.

Σε ένα δεύτερο θεματικό επίπεδο, η ταινία εξετάζει το πρόβλημα της σχέσης άνδρα-γυναίκας, ιδιαίτερα τη φαινομενική ασυμβατότητα των δύο φύλων στη σύγχρονη, ατομικιστική κοινωνία μας, και καταγράφει, μέσα από τους κατοίκους του κτιρίου, τις διαφορετικές πτυχές της αγάπης: πάθος, ζήλια, μοναξιά, μίσος.

Αν και ο Jeff ελκύεται από τη Lisa, συναισθηματικά και σωματικά φοβάται τις συνέπειες της ένωσής τους και αυτοί οι φόβοι τροφοδοτούνται από αυτό που βλέπει από τα παράθυρα των γειτόνων του: την αρχική ευφορία των νιόπαντρων, την πλήξη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, τους συνεχείς καυγάδες ενός άλλου. Ίσως λοιπόν το βασικό κίνητρο για την εμμονή του Jeff με τον εικαζόμενο φόνο είναι η ανάγκη να αποδείξει στον εαυτό του την τοξικότητα του γάμου, ώστε να πειστεί να μην παντρευτεί τη Lisa.

Παράλληλα η ταινία εκφράζει και ένα καταθλιπτικό σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο η αστικοποίηση οδήγησε σε μια κατακερματισμένη κοινωνία και σε κατάρρευση του κοινοτικού πνεύματος. Οι άνθρωποι μπορεί να ζουν πιο κοντά από ποτέ, αλλά είναι επίσης πιο αποστασιοποιημένοι από ποτέ. Άντρες και γυναίκες ζουν μόνοι τους ή σε ζευγάρια στα κελιά τους, χωρίς να επικοινωνούν ποτέ με τους γείτονές τους, καθένας έγκλειστος στη δική του μικρή φυλακή. Μόνο για ένα σύντομο διάστημα, μετά τον θάνατο ενός συμπαθούς ζώου, υπάρχει κάποια αναλαμπή κοινωνικής συνοχής γύρω από την αυλή. Αλλά αυτή η στιγμή ξεχνιέται γρήγορα και οι πόρτες κλείνουν ξανά η μια μετά την άλλη.

Από στιλιστική άποψη ο Hitchcock συνεχίζει τα αφηγηματικά του πειράματα, με την κάμερα να δείχνει μόνο αυτό που μπορεί να δει ο πρωταγωνιστής, ώστε να ταυτίσει τον θεατή με τον ρόλο. Όσο για το ιδιοφυές μοντάζ, υιοθετεί τη θεωρία του σοβιετικού σκηνοθέτη και θεωρητικού του κινηματογράφου Lev Kuleshov (1899-1970), σύμφωνα με την οποία η σύνθεση δύο διαφορετικών λήψεων δημιουργεί ένα εννοιολογικό μήνυμα που απουσιάζει από τις μεμονωμένες λήψεις. «Ας πάρουμε ένα κοντινό πλάνο του James Stewart. Κοιτάζει από το παράθυρο και βλέπει να κατεβάζουν στην αυλή ένα σκυλάκι μέσα σε καλάθι. Ξαναγυρίζουμε στον Stewart, χαμογελάει. Τώρα, αντί για το μικρό σκυλάκι, δείχνουμε ένα γυμνό κορίτσι να στριφογυρίζει μπροστά στο ανοιχτό της παράθυρο. Ξαναβάζουμε το ίδιο κοντινό πλάνο του Stewart που χαμογελά, και τώρα μας φαίνεται παλιάνθρωπος!», εξηγεί ο «master του σασπένς» στην περίφημη συνέντευξή του στον Truffaut.

Το «Rear Window» είναι η απόλυτη σινεφίλ ταινία, με τον Stewart να είναι ο «θεατής» και η πρόσοψη του κτιρίου του η «οθόνη» της αίθουσας προβολής. Ο Jeff είναι τόσο συνεπαρμένος και γοητευμένος από αυτό που βλέπει, που ξεχνά να φάει, να μιλήσει, ακόμη και να προσέξει την πανέμορφη Lisa, που μάταια τον περικυκλώνει. Να σημειωθεί ότι υπάρχει μια πολύ φεμινιστική (για το 1954) αντιστροφή του ανδρικού και του γυναικείου ρόλου στην ταινία. Ο άνδρας είναι καθηλωμένος στο αναπηρικό του καροτσάκι, άρα παθητικός, ενώ ο γυναικείος χαρακτήρας είναι ενεργός και είναι αυτός που τελικά λύνει το μυστήριο. Και μόνο όταν η Lisa εμπλακεί σε μια επικίνδυνη περιπέτεια μέσα στο «οπτικό πεδίο», δηλαδή στην «οθόνη» του Jeff, αυτός θα γοητευτεί από αυτήν και θα γίνει επιτέλους μέρος του κόσμου του.

Στο «Rear Window», η ηδονοβλεψία του Jeff, αν και σε κάποιο βαθμό μπορεί να δικαιολογηθεί ως επαγρύπνηση για το μέγιστο δημόσιο καλό, είναι ηθικά κατακριτέα. Όμως ο Hitchcock δεν τον αφήνει ατιμώρητο για το «έγκλημά» του. Εμείς, ωστόσο, οι θεατές της ταινίας παραμένουμε ασφαλείς μέσα στην αίθουσα προβολής, αφήνοντας τον Jeff να πληρώνει και για τις δικές μας ηδονοβλεπτικές «αμαρτίες».

Γιώργος Ξανθάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module