Μενού

ΜΥΑΛΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑΣ 2, ΤΑ - Πάρις Μνηματίδης

2011 7

Από τα καλά της Pixar είναι ότι σχεδόν πάντα φροντίζει τα σίκουέλ της, δεν τα γυρίζει πάνω στην εμπορική λογική των εύκολων εισπράξεων μέσω ενός αναγνωρίσιμου brand-name. Η συγκεκριμένη συνέχεια δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα, κινείται πάνω στην ίδια έξυπνη λογική μιας οπτικοποιημένης ψυχολογίας και περιέχει χρήσιμα μηνύματα τόσο για τον ανήλικο όσο και για τον γονέα, όχι όμως εκπέμποντας μια αίσθηση διδακτισμού. Αυτήν τη φορά το ταξίδι είναι ίσως λιγότερο συναισθηματικά έντονο (συγκίνηση υπάρχει προς το φινάλε, αλλά όχι τόσο δυνατή σε σύγκριση με τον προκάτοχο) κι εντοπίζεται ένα μίνι αναμάσημα ιδεών που βρίσκονταν και στην πρώτη ταινία, γεγονός όμως είναι πως πρόκειται σε γενικές γραμμές για ποιοτικό παράδειγμα οικογενειακής ψυχαγωγίας σε όλα τα επίπεδα, και αρκετά έξυπνο για να «τραβήξει» και τις λίγο μεγαλύτερες ηλικίες από αυτές στις οποίες απευθύνεται κυρίως.

Το εύρημα των οιονεί «παράλληλων ψυχογραφημάτων», με τη Riley να αναπτύσσεται και να αλλάζει σαν χαρακτήρας την ίδια στιγμή με τις αντίστοιχες εσωτερικές μεταβολές των ανθρωποποιημένων συναισθημάτων της, λειτουργεί καλά κι εδώ, αν και με την αύξηση του αριθμού των ηρώων κάπου χάνεται η ισορροπία ως προς το μοίρασμα του χρόνου για να εξεταστούν όσο θα έπρεπε όλοι οι δρώντες. Το χιούμορ φυσικά δεν απουσιάζει από την εξίσωση, αν και ενώ προχωράει η πλοκή υποχωρεί σ’ έναν βαθμό για χάρη της περιπέτειας. Θετική εντύπωση προκαλεί κι ένα στοιχείο που αντίκειται στην ντισνεϊκή παράδοση δεκαετιών, και αυτό είναι η απουσία ενός «κακού», προφανώς για να αντικατοπτριστεί και η βαθύτερη φιλοσοφία που διέπει το σενάριο και συνοψίζεται στο ότι, ακόμη και όταν τα κίνητρα των δράσεων κάποιων είναι ευτελή, όλοι οι άνθρωποι έχουν ως βάση την καλοσύνη. Σίγουρα μια αισιόδοξη θεώρηση, δεν είναι εγγυημένο το ότι ακόμη και οι σεναριογράφοι το πιστεύουν αυτό απόλυτα, βγάζει όμως νόημα από άποψη ηθικοπλαστική και ιδεαλιστική για τα παιδιά που βρίσκονται στο κοινό. Και φυσικά μένουν εκτός οι πιο αιχμηρές και «δύσκολες» πλευρές της εφηβείας λόγω mainstream στόχευσης, κάτι που είναι κατανοητό για τα όρια εντός των οποίων κινείται το φιλμ.

Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς και τις όποιες διαφορές κι εξελίξεις σε τεχνοτροπία σχετικά με το animation από το 2015 στο σήμερα, τόσο σχετικά με την πιο καλά επεξεργασμένη λεπτομέρεια σε πρόσωπα και φόντα όσο και σε διάφορες τάσεις, μικρότερες ή σημαντικότερες (ενδεικτικά η συμβίωση ανά σημεία χειροποίητου και ψηφιακού σχεδίου, κάτι που καθιέρωσαν ακόμη περισσότερο ως μόδα οι πρόσφατες animated περιπέτειες του Spider-Man από τη Sony). Οπτικά έτσι προκύπτει ένα ταιριαστά με το κλίμα πλούσιο αποτέλεσμα.

Το σύνολο των φωνητικών ερμηνειών ίσως εδώ εξαρτάται περισσότερο από την ενθουσιώδη Amy Poehler σε σχέση με το προηγηθέν φιλμ, όπου εκεί προέκυπτε περισσότερο μια σύμπραξη και με τη Λύπη της Phyllis Smith, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι επισκιάζονται άλλα μέλη του καστ που αποδίδουν πέραν του διεκπεραιωτικού. Ξεχωρίζει, ακόμη και αν οι παρεμβάσεις της δεν πιάνουν μεγάλο μέρος του κινηματογραφικού χρόνου, η Adele Exarchopoulos, που τονίζει αυτοσαρκαστικά τη γαλλικότητά της, όχι όμως με τρόπο που να δηλώνει εμμέσως υποτέλεια του στιλ «τώρα είσαι σε αμερικάνικη παραγωγή, πρέπει να υποβαθμιστείς για να αναδείξεις εμμέσως την ανωτερότητά μας», καθώς γίνεται φανερό πως υποδύεται έναν χαρακτήρα με νοημοσύνη άνω του μέσου όρου.

Μπορεί να μην πετυχαίνει να αγγίξει τα επίπεδα ενός «Soul», που μάλλον ήταν η τελευταία πραγματικά μεγάλη της στιγμή αυτά τα χρόνια, όμως η Pixar με τη νέα της δημιουργία θα πρέπει να περηφανεύεται για το ότι έχει διατηρήσει την αξιοπιστία της σε καλλιτεχνικό επίπεδο εδώ και αρκετές δεκαετίες και που αποτελεί την παγκόσμια ναυαρχίδα του είδους της ακόμη και σήμερα. Και αν στο ενδιάμεσο της τυχαίνουν και μερικά ελαφριά «στραβοπατήματα», όταν πετυχαίνει τη συνταγή όπως εδώ μεταδίδει μια οικεία απόλαυση όπως κανένα άλλο στούντιο δεν ξέρει να κάνει.

Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module