Μενού

ΚΑΚΟΣ ΗΘΟΠΟΙΟΣ, Ο - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

 

1839 2

Εμπνευσμένο από τα βιώματα της Μαρίας Σνάιντερ στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι», είναι η ταινία του Μεξικανού Χόρχε Κούκι, γνωστού για την ταινία «50 (Δυο φάλαινες συναντιούνται στην παραλία)», γύρω από ένα 17χρονο αυτοκτονικό ζευγάρι.

Τοποθετημένη στο Μεξικό, η ταινία παρακολουθεί τον διάσημο, ευτυχισμένα παντρεμένο και με μικρό παιδί, ηθοποιό, Ντανιέλ Ζαβά Λα, που ήδη του έχει γίνει πρόταση να γυρίσει ταινία και στην Αμερική με σκηνοθέτη τον Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, ενώ γυρίζει ένα ερωτικό θρίλερ με τη συμπρωταγωνίστρια του, Σάντρα.

Η ομάδα των ηθοποιών μαζι με το συνεργείο, σ’ ένα διάλειμμα των γυρισμάτων, ενώ ετοιμάζονται για μια τολμηρή ερωτική σκηνή, μιλούν για ερωτικές σκηνές που θα μπορούσαν να είναι «αληθινές», με τον Ντανιέλ να σχολιάζει πως αυτό δεν θα Ρον ενοχλούσε, αντίθετα με τη Σάντρα που τονίζει πως αυτή δεν θα το δεχόταν ποτέ.

Το γύρισμα της ερωτικής σκηνής σταματά ξαφνικά όταν ο σκηνοθέτης προσέχει μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπο της Σάντρας, με τη Σάντρα να αποφεύγει να μιλήσει σε κανένα και όταν οι υπόλοιποι φεύγουν να καταφέρνει, με δυσκολία, να αναφέρει στις δυο φίλες της, του συνεργείου, τη Ρεχίνα και τη Χιμένα, πως ο Ντανιέλ τη βίασε.

Με τη βοηθεια των δυο της φιλενάδων, η Σάντρα, παρόλο που αρνείται να πει πολλά, αποφασίζει να αναθέσει την υπόθεση σε δικηγόρο, πράγμα που εξοργίζει τον Ντάνιελ, ο οποίος υποστηρίζει πως όλα είναι ψέματα και καλεί τον δικό του δικηγόρο. Θα αρχίσουν οι διάφορες ερωτήσεις, «γιατί η Σάντρα δεν έβαλε τις φωνές;», «γιατί δεν αντέδρασε αμέσως;», με τους δυο δικηγόρους να προσπαθούν να αποσπάσουν τις αναγκαίες λεπτομέρειες από τη Σάντρα, με τα πράγματα να οδηγούνται σε έξαρση όταν μέλος του συνεργείου ποστάρει τη σκηνή του βιασμού και ένα αγριεμένο πλήθος, μαζεύεται έξω από το σπίτι του Ντανιέλ και αρχίζει να  ρίχνει πέτρες στα παράθυρα του.

Εκείνο που βασικά ενδιαφέρει τον σκηνοθέτη δεν είναι το τι θα επακολουθήσει (γνωρίζουμε αρκετά νωρίς πως ο Ντανιέλ είναι ένοχος και η Σάντρα το θύμα), αλλά να δώσει την ατμόσφαιρα των επακόλουθων (αν και δεν χρειαζόταν η σκηνή με τον Ντανιέλ να οδηγεί βίαια το αυτοκίνητο του μέσα και πάνω από τα πλήθη, στο δρόμο έξω από το σπίτι του, εκεί που θα μπορούσε να κρατήσει την κάπως ερμητική, σχεδόν κλειστοφοβική, ατμόσφαιρα των χώρων του γυρίσματος) καθώς και τις δικαιολογίες του άντρα που με το κλάμα και ζητώντας συγγνώμη, φέρνοντας ως   παράδειγμα την καταστροφή της ευτυχισμένης οικογενειακής του ζωής, ενώ, με την άρνηση της Σάντρας αρχίζει να την βρίζει με τα χειρότερα επίθετα (από τις καλύτερες σκηνές του Αλφόνσο Ντοζάλ, που δεν είναι σε όλες το ίδιο καλός).

Στις εξαιρετικές σκηνές αξίζει να αναφέρω και εκείνη με την Σάντρα να αποκαλύπτει τελικά, στο τηλέφωνο, σε μια στενή της φίλη, τις λεπτομέρειες του βιασμού, με το ξάφνιασμα, το φόβο,  και την όλη ψυχολογική της κατάσταση, που για κάμποσα λεπτά κυριολεκτικά της έκοψαν την ανάσα και δεν την άφησαν να αντιδράσει.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module