Μενού

ΜΕΝΤΙΟΥΜ - Πάρις Μνηματίδης

2011 7

Κουβαλάει μια τρυφερότητα η ταινία της Χριστίνας Ιωακειμίδη που αναμφίβολα της πιστώνεται, αλλά αρκεί αυτό; Στο χαρτί, η εκτός στερεοτύπων σχέση ανάμεσα στην Ελευθερία και τον Άγγελο μοιάζει με κάτι διαφορετικό για τα δεδομένα της ελληνικής μυθοπλασίας, δυστυχώς όμως μπαίνουν «σφήνα» αρκετά κλισέ όσο εξελίσσεται η πλοκή που παραπέμπουν σε νεανικά ρομάντζα λίγο παλιότερων δεκαετιών, σαν να υπάρχει μια αμηχανία ως προς το πώς να αντιμετωπιστεί σεναριακά με ουσιαστικό τρόπο ένα απρόσμενο ζευγάρι ανθρώπων. Άνισο είναι το τελικό αποτέλεσμα και στους διαλόγους, άλλοτε προκύπτει μια λαϊκότητα που φαίνεται να ανταποκρίνεται στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, άλλοτε υπάρχει κάτι το αφύσικο, σαν να είναι πρώτο μέλημα να ακουστεί η ατάκα και όχι τόσο να ανοίξει ένα νοητό παράθυρο στον ψυχισμό των ηρώων που θα βοηθούσε στην ταύτιση και στο να υπάρξει συναισθηματική ανταμοιβή.

Αποτελεί πρόβλημα και το ότι η πρωταγωνίστρια της Αγγελικής Μπεβεράτου είναι πολύ αδρά σκιαγραφημένη, δίχως γνωρίσματα που να σχηματίζουν μια αρκούντως ξεκάθαρη εικόνα. Οι τίτλοι τέλους πέφτουν και μένει κανείς με την αίσθηση ότι τα προηγούμενα λεπτά δεν πρόλαβε να γνωρίσει επαρκώς τον χαρακτήρα και να ενδιαφερθεί για την πορεία του μέσα στην ιστορία. Αξιολογώντας την αφήγηση στο πεδίο που ανήκει, αυτό δηλαδή μιας διαδρομής προς την ενηλικίωση, υπάρχει μια αυθεντικότητα που διατηρεί το ενδιαφέρον του θεατή, αλλά και μια φοβία σχετικά με το να αναλυθούν οι πιο αιχμηρές πτυχές της εφηβείας, όπως και μια εντύπωση στασιμότητας λόγω του αρκετά επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα των όσων συμβαίνουν. Ίσως ένας γενικότερος εξωραϊσμός που επικρατεί να είναι κι εσκεμμένος, από την άποψη ότι μπορεί στις προθέσεις της Ιωακειμίδη να συγκαταλέγεται το να λειτουργήσει το φιλμ της σαν ένα σύγχρονο παραμύθι, όχι τόσο ως μια «φέτα ζωής» στην καλοκαιρινή Αθήνα. Αλλά η επίγευση είναι αυτή μιας δημιουργίας που πατάει πάνω σε δυο βάρκες, χωρίς όμως να ισορροπεί όσο θα έπρεπε, όχι αρκετά προσγειωμένη για να αποτελέσει μια ρεαλιστική καταγραφή με βιωματική δύναμη και όχι αρκετά σαγηνευτική για να «ταξιδέψει» το κοινό αλλού. Θα βοηθούσε αν υπήρχε μια ελαφρώς μεγαλύτερη δοσολογία χιούμορ, θα έδινε έναν πιο καθημερινό και «δροσερό» τόνο σε όσα διαδραματίζονται επί της οθόνης.

Βγαίνει κι ένα συμπέρασμα για την έξοχη κεντρική ερμηνεία της Μπεβεράτου, το ότι χρειαζόταν ένα πιο στιβαρό πλαίσιο για να «απογειωθεί» και να μη λειτουργεί απλά ως σωσίβιο σε ένα σύνολο με αδυναμίες. Το μεγάλο της «χαρτί», πέρα από το ότι επιστρατεύει μια σωματικότητα που καθιστά το πορτρέτο της πιο ολοκληρωμένο, είναι ότι διαβάζει πολύ ώριμα και γήινα τις μεταπτώσεις της νεαρής κοπέλας που υποδύεται, δεν μεταφράζει επιτηδευμένα τη νιότη ως μια κατάσταση συνεχούς έντασης, αντιθέτως, φιλτράρει προσεκτικά τις αντιδράσεις και τις χειρονομίες της και δεν ξεχνάει ποτέ πως το ηλικιακό φάσμα λίγο πριν τα κρίσιμα δεκαοχτώ δεν είναι συνυφασμένο μόνο με επανάσταση και πρωτοβουλίες, αλλά και με αμηχανία και αβεβαιότητα…

Αρετές βρίσκονται, αλλά η ατυχία είναι ότι δεν αθροίζονται σε βαθμό τέτοιο που να καθιστούν την όλη προσπάθεια πραγματικά επιτυχημένη καλλιτεχνικά. Υπάρχουν στιγμές που ξεχωρίζουν, αλλά και αρκετό «λίπος» που ελάχιστα προσθέτει, θέτοντας το ερώτημα αν πάνω σε μια παρόμοια βάση θα έβγαινε μια καλύτερη ταινία μεσαίου μήκους.

Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module