Μενού

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΟΥ ΦΡΟΪΝΤ, Η - Πάρις Μνηματίδης

2011 7

Το φιλμ του Matt Brown είναι δυστυχώς ο ορισμός της χαμένης ευκαιρίας. Όχι μόνο γιατί διαβάζει δύο διανοούμενους με κολοσσιαίο εκτόπισμα μέσα από συμβατικά «γυαλιά», αλλά κι επειδή βάζει τις μυθοπλαστικές εκδοχές τους που επινοεί να ξεστομίζουν τετριμμένα λόγια που δεν ιντριγκάρουν τον θεατή πνευματικά. Και από μια άποψη είναι σαν να υπάρχει επίγνωση των αδυναμιών του κειμένου, καθώς η θεατρικότητα του στησίματος λόγω πρωτογενούς πηγής δεν επικρατεί σε όλη τη χρονική διάρκεια, με αναδρομές στο παρελθόν των δύο κεντρικών προσώπων και για να υπάρξει ένα πιο πλήρες υπόβαθρο γι’ αυτά, αλλά λογικά και για να «σπάσει» η οπτική μονοτονία, που όμως και αυτές, με κάποιες εξαιρέσεις, δεν προσθέτουν κάτι το ουσιαστικό στη νοηματική. Περιέργως, το μεγαλύτερο δραματουργικό ενδιαφέρον δεν βγαίνει από το πρωταγωνιστικό δίπτυχο, αλλά από την Anna Freud που διαθέτει έναν περισσότερο υποστηρικτικό και συμπληρωματικό ρόλο, με τη διαδρομή της μέσα στην ιστορία να παράγει και τα πιο δυνατά ερωτήματα του συνόλου, αν και το κείμενο επιλέγει να επιμείνει στις πιο «εύκολες» πτυχές της ψυχοσύνθεσής της.

Στο φινάλε αυτό που βγαίνει σαν τελική αίσθηση είναι ένα «ε, και;». Ούτε ο μακροσκελής διάλογος ανάμεσα σε Freud και Lewis εξάγει κάποια συγκλονιστικά συμπεράσματα από φιλοσοφικής άποψης, ούτε οι ίδιοι όσο συνομιλούν μοιάζουν να φτάνουν σε εσωτερικές αλλαγές τέτοιες που να καθιστούσαν τη συναναστροφή τους αυτή σημαντική, και η σχεδόν οικογενειακής λογικής σήμανση καταλληλότητας του PG-13 εμποδίζει το σενάριο από το να βουτήξει σε μεγαλύτερο βάθος σε κάποιες πτυχές που αν αναλύονταν με λιγότερη αυτοσυγκράτηση ενδεχομένως να οδηγούσαν σε πιο σύνθετα μονοπάτια. Και οι ίδιες οι στιχομυθίες πάσχουν όσον αφορά τη στιβαρότητα επιχειρημάτων. Ενδεικτικά, αν κάποιος μπει στην αίθουσα όντας στο πλευρό του Lewis, δηλαδή πιστεύοντας στην ύπαρξη του θείου στοιχείου, δεν θα βρει πολλά δυνατά σημεία από τη δική του οπτική γωνία στα οποία θα μπορούσε θεωρητικά να στηριχτεί για να ενισχύσει τη θέση του. Και ο τρόπος με τον οποίο ο Brown αντιμετωπίζει το είδος του δράματος εποχής είναι άκαμπτος και ανιαρός, χώρια το ότι απουσιάζει και η ευχαρίστηση της παρακολούθησης μιας άρτιας ακαδημαϊκής δημιουργίας λόγω περιορισμένου προϋπολογισμού, καταλήγοντας σε μια απεικόνιση που θα ταίριαζε περισσότερο σε εκπαιδευτική ταινία για μαθητές σχολείου, όχι σ’ ένα προϊόν που προορίζεται για τον κινηματογράφο. Αλλά από τη στιγμή που το ίδιο το υλικό έχει προβλήματα, δεν είναι σίγουρο το κατά πόσο μια διαφορετική εκτέλεση θα άλλαζε τα πράγματα προς το καλύτερο.

Κρίμα που ούτε ο Anthony Hopkins φέρνει την άνοιξη μέσω της ερμηνείας του, με κάποιες μονάχα σποραδικές στιγμές που υπενθυμίζουν το βεληνεκές του, αλλά γενικά δείχνοντας να μην έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στο όλο εγχείρημα από το γεγονός ότι δεν στοχεύει για κάτι πέραν του διεκπεραιωτικού. Ευθύνες βέβαια έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό ο Brown και το πώς καθοδηγεί τον θρυλικό ηθοποιό, κυριολεκτικά ωθώντας τον ανά λίγες προτάσεις να προσθέτει κι ένα «ja» για να τονίσει την “αυστριακότητα” του Freud, σαν να παίζει στερεότυπο σε παρωδία του Mel Brooks.

Και κάπως έτσι, αυτό που προκύπτει είναι μια αναλώσιμη μετριότητα, από αυτές που δεν είναι μεν προσβλητικές σε βαθμό ασυγχώρητο, που είναι όμως προορισμένες να ξεχαστούν ύστερα από λίγο καιρό.

Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module