Μενού

ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΤΣΥΦΑΣ ΜΑΥΡΟ ΒΑΤΟΜΟΥΡΟ - Βασίλης Μάλτας

2202 2

Το βαθιά ανθρώπινο πορτραίτο μιας ελεύθερης γυναίκας

– “Είδα έναν υπέροχο μαύρο κότσυφα. Αυτό με αφύπνισε. Αισθάνθηκα ζωντανή”.
 “Τι μαυροκότσυφα λες;”, απαντά στην Ετέρο μια φίλη της υπομειδιώντας ειρωνικά, απορημένα ακούγοντάς την να μιλά εκστατικά για υπαρξιακά μηνύματα που συμβόλιζε η παρουσία του πουλιού, μετά τον θανάσιμο κίνδυνο που είχε διατρέξει.

Ήταν η πρώτη φορά που η Ετέρο έχασε την ισορροπία της στο ολισθηρό μονοπάτι, κινδυνεύοντας να πνιγεί στα αφρισμένα νερά του χειμάρρου. Τι την οδηγεί σ’ αυτό το δασάκι όπου, μόνη της πάντα, γεύεται μαύρα βατόμουρα, γιατί αγνοεί τις επανειλημμένες λογικές προειδοποιήσεις της φίλης- και, τι δεν κατανοεί εκείνη στη χαρά της Ετέρο εκεί; Εκεί όπου δεν καταφεύγει παρά εισέρχεται σ’ έναν δικό της ειδυλλιακό κόσμο, μακριά από τους ανθρώπους και τόσο κοντά στον εαυτό της, κοντά αλλά τόσο μακριά από το χωριό που την οικτίρει ότι στα 48 της παραμένει ανύπαντρη και χωρίς δική της οικογένεια: η μεγαλόσωμη, γεροδεμένη, με τα αρκετά κιλά της Ετέρο δεν διακατέχεται από αυτολύπηση, δεν αισθάνεται περιθωριοποιημένη και βάζει στη θέση τους τις συνομήλικες συγχωριανές της όταν επιδεικνύουν αφ’ υψηλού οίκτο για τη μοναξιά και την εμφάνισή της, χωρίς να αποφεύγει τη συναναστροφή μαζί τους κι ας αντιλαμβάνεται την κρυμμένη διάθεση να την ταπεινώσουν. Τόσες γυναίκες εσωτερικεύουν το αντρικό βλέμμα πάνω στη θηλυκότητα, πασχίζοντας να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις του, αποχυμώνοντας τα σώματά τους, απορρίπτοντας όσες παρεκκλίνουν από τα ισχύοντα πρότυπα, ιδιαίτερα όσες αντιδρούν αναζητώντας τη δική τους χαρά κι αλήθεια. Και, ταυτόχρονα, οικτίροντας την Ετέρο, κρύβουν την ασυνείδητη, δηλητηριώδη πικρία για τη ζωή που δεν έχουν ζήσει προσαρμοσμένες στα κοινωνικά πρότυπα για τον ρόλο της γυναίκας- γιατί, ο οίκτος κρύβει τον ασυνείδητο θυμό για όποιον δεν ζει την ίδια αποστεωμένη συναισθηματικά καθημερινότητα η οποία επικαλύπτεται με ομοιώματα αλτρουισμού κι ανώτερων ηθικών αξιών, μιλώντας για “αγάπη”“δέσμευση”“φιλία”“καθήκον”.

Η πρώτη φορά που αισθανόμαστε κοντά στον θάνατο και κλονίζεται η ασφάλειά μας: αν το επιτρέψουμε μέσα στον φόβο μας, αναδύεται η αφύπνιση, η ανάμνηση να αισθανόμαστε ζωντανοί. Η περήφανη, “ενστικτώδης φεμινίστρια” Ετέρο, όπως την χαρακτηρίζει η σκηνοθέτιδα, που συγκρούεται με τη συντηρητική κοινωνία της, είναι καθηλωμένη στην ενοχή για τον θάνατο τής μητέρας της πάνω στη γέννα της που τής εμφυτεύθηκε από τον πατέρα και τον αδελφό της- και το άδικο χρέος που πληρώνει, δεν τέλειωσε υπηρετώντας τους ως τον θάνατό τους, με παρόμοιο τρόπο που οι συγχωριανές υπηρετούν τούς συζύγους τους: η Ετέρο εξακολουθεί να φοβάται και να αρνιέται την οικειότητα με άλλα σώματα, τη χαρά του έρωτα, τη βαθύτερη σύνδεση. Συμβαίνει σε τόσους πολλούς ανθρώπους να απορρίπτουν σθεναρά τους δεδομένους κοινωνικούς ρόλους και, παράλληλα, να μην συμφιλιώνονται με τον εαυτό τους, να ονειρεύονται μια άλλη, πιο ανθρώπινη πραγματικότητα και, παράλληλα, να παραμένουν καθηλωμένοι εσωτερικά σε μια περασμένη πραγματικότητα, να ζουν στο παρόν και, παράλληλα, να είναι δέσμιοι του χτες. Ο πρωτόγνωρος φόβος για τη ζωή της Ετέρο θα γονιμοποιηθεί σε έκσταση παρατηρώντας έναν υπέροχο μαύρο κότσυφα με κίτρινο κύκλο γύρω από τα μάτια πριν το μαυροπούλι πετάξει ξαφνικά, με χάρη, για έναν άλλο κόσμο από τον δικό της. Και, με ανανεωμένη ματιά στην ομορφιά της ζωής και μια ακαριαία θαρρείς επιφοίτηση για τα χρόνια και τη ζωή που περνάνε σαν όνειρο χωρίς χαρά κι εξέλιξη, η Ετέρο, παρά την ιδιοσυγκρασιακή μοναχικότητά της και τη θαρραλέα επιλογή τής  ανεξαρτησίας της σε ένα πατριαρχικό περιβάλλον, θα καταληφθεί από τη συνειδητοποίηση ότι, ταυτόχρονα, τής λείπει το “μαζί”- αυτή η φυσική επιθυμία κι ανάγκη της αλληλεπίδρασης με άλλες υπάρξεις, οι άλλοι που μοιραζόμαστε προσωπικές στιγμές και διαδρομές της ζωής, που μέσα από τις σχέσεις μας μαθαίνουμε για εμάς και για εκείνους. Γιατί, η Ετέρο διαισθάνεται, θαρρείς, τον κίνδυνο που ελλοχεύει για τους μοναχικούς ανθρώπους να θολώσουν τα όρια ανάμεσα στην άρνηση του κομφορμισμού και την περιχαράκωση, ανάμεσα στην ελευθερία της μοναχικότητας και την εξιδανίκευσή της.

Μέσα στη φαινομενική απάθεια και την αυστηρότητα τής φυσιογνωμίας της, τα χαρακτηριστικά της λιγομίλητης Ετέρο δεν είναι άκαμπτα, μεταδίδουν τη δυνατότητα να αφήνεται αβίαστα στη συγκίνηση. Έχει διατηρήσει την παιδικότητα στην έκφρασή της, δεν απώθησε μέσα της το παιδί που δεν πρόλαβε να υπάρξει, παρατηρεί τον άλλον χωρίς επιφυλακτικότητα, θαρρείς για να του μεταδώσει ότι θέλει μόνο να είναι ειλικρινής μαζί της, παραμένοντας έτοιμη να τον κατακεραυνώσει με το βλέμμα της όταν διαισθανθεί πρόθεση να την οικτίρουν, να της επιβληθεί ένας άλλος τρόπος σκέψης. Προσφέρει τον εαυτό της και θέλει να τον πάρει πίσω όταν ο έρωτας κινδυνεύει να εκπέσει προς το δεδομένο και την υποχρέωση, πονώντας χωρίς να φοβάται τον πόνο. Και, επειδή δεν προδίδει τον εαυτό της, έχοντας την επίγνωσή του και χωρίς να φοβάται να τον φανερώνει, δεν χάνει την ανθρωπιά της ενώ απορρίπτει συνολικά κάθε κοινωνικο-οικονομικό πρότυπο: είναι χαρακτηριστικό ότι κλείνει το μαγαζί της (όπου, ανάμεσα σε άλλα, πουλάει προϊόντα γυναικείας ομορφιάς) όποτε αυτή θέλει χωρίς να νοιάζεται για τα λιγοστά χρήματά της σ’ αυτό το φτωχικό χωριό. Η αξέχαστη ερμηνεία της Τσαβλιεσβίλι αποδίδει ιδανικά την ψυχοσύνθεση αυτής της γυναίκας, στωικά, συγκρατημένα, μεταδίδοντας έναν παλλόμενο εσωτερικό κόσμο, δίνοντας βάθος στον ρόλο που υποδύεται και, ταυτόχρονα, λειτουργώντας ως σύμβολο.

Σκηνοθετημένη με έναν τελετουργικό μινιμαλισμό, αργό, εσωτερικό, σχεδόν υπνωτιστικό ξεδίπλωμα, η ταινία απεικονίζει γυμνά μεσήλικα σώματα, κουρασμένες και θαμπές επιδερμίδες, τη σάρκα που αρχίζει να μαραίνεται, τοπικά λίπη και περίσσια κιλά, εικόνες που αποφεύγονται επιμελώς στον εμπορικό κινηματογράφο, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με τα ηδονοβλεπτικά στερεότυπά μας. Είναι αισθαντική αυτή η απεικόνιση, μεταδίδοντας τη δίψα τους για άγγιγμα, θέρμη, έρωτα. “Δεν βλέπουμε συχνά στην οθόνη σώματα σαν της Ετέρο. Ήθελα να αναπτύξω σταδιακά την ύπαρξη και το σώμα της ώστε αργά αργά ο θεατής να τα ξεχάσει, αντιμετωπίζοντάς τα σαν κανονικά”, δηλώνει οι Ελένε Ναβεριάνι (γυναικείο το βιολογικό της φύλο, δηλώνοντας non-binary- και κατανοώντας, προφανώς, τους κοινωνικούς περιορισμούς σε προκατασκευασμένες ταυτότητες και ρόλους). Μας μεταδίδεται το πολυσύνθετο των χαρακτήρων, των συναισθημάτων και των σχέσεων ενώ η ατμόσφαιρα εμπλουτίζεται από τη γκάμα των χρωμάτων και των αποχρεώσεων της φύσης, και των παστέλ τόνων στο σπίτι της Ετέρο (θυμίζοντας πίνακες του Έντουαρντ Χόππερ), με τα τραγούδια του Αζναβούρ να ενισχύουν την αίσθηση μιας πρωτόφαντης συγκίνησης που περίμενε την ώρα της να εκδηλωθεί, έστω και για μια ολόκληρη προηγούμενη ζωή. Και, μαζί με το συγκινητικό φινάλε όπου η ζωή, όπως πάντα, προσφέρει τη δυνατότητα επούλωσης των τραυμάτων, της αναγέννησης και της πληρότητας υπερβαίνοντας τη φοβερή ιδέα του χρόνου που περνάει ανεπιστρεπτί, αυτή η φεμινιστική, βαθιά ανθρώπινη ταινία μένει για καιρό στη μνήμη μας.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module