Μενού

ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΜΕΡΕΣ - Θόδωρος Γιαχουστίδης

1847 1

''...And I'm feeling good''!!!

Ωδή στην καθημερινότητα

Το The Tokyo Toilet Project (ή ΤΤΤ) ήταν μια ιδέα, που ήθελε να παρουσιάσει σε ολόκληρο τον κόσμο την κουλτούρα φιλοξενίας της χώρας αυτής της Άπω Ανατολής. Προτάθηκε από ιθύνοντες, που είχαν στο νου τους οι τουαλέτες να είναι έτοιμες για τους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο του 2020, οι οποίοι, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, πραγματοποιήθηκαν εντέλει το 2021, χωρίς ουσιαστικά την παρουσία θεατών. Σε ότι αφορά τον Wenders, η κινηματογραφική εκδοχή του project του προτάθηκε ως ανάθεση αν το καλοσκεφτεί κανείς: του ζητήθηκε να γυρίσει 4 με 5 ταινίες μικρού μήκους, 15 λεπτών η καθεμία, με θέμα τις συγκεκριμένες – 17 τον αριθμό – τουαλέτες, στην περιοχή Shibuya του Τόκιο, εν είδει ντοκιμαντέρ. Στον Wenders άρεσε η ιδέα, αλλά την τροποποίησε για να τη φέρει στα μέτρα του. Έτσι γύρισε τούτη τη μεγάλη μήκους ταινία, στην οποία εμφανίζονται οι 9 από τις 17 τουαλέτες, ως μυθοπλασία, με γυρίσματα που κράτησαν μόλις 17 ημέρες.

Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας πραγματοποιήθηκε στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών, όπου συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα, και μάλιστα τιμήθηκε με το βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής και με το βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας, για τον Koji Yakusho. Επίσης, αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Ιαπωνίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ, μπαίνοντας στην προνομιούχα τελική πεντάδα. Και είναι η πρώτη φορά που η Ιαπωνία καταθέτει ταινία στη συγκεκριμένη κατηγορία, που δεν την έχει γυρίσει Ιάπωνας σκηνοθέτης.

Φιλμογραφία: Αυτή είναι η 23η μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του γεννημένου στις 14 Αυγούστου του 1945 (πλησιάζει δηλαδή στα 80 του χρόνια!) στο Ντίσελντορφ, Γερμανού σκηνοθέτη. Το πλήρες του όνομα είναι Ernst Wilhelm Wenders. Έχει γυρίσει μόνος του και 11 ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους. Οι πέντε αγαπημένες μου ταινίες του την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο, είναι οι εξής: 1) «Παρίσι, Τέξας» (Paris, Texas, 1984), 2) «Τα φτερά του έρωτα» (Der Himmel über Berlin, 1987), 3) «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» (Die Angst des Tormanns beim Elfmeter, 1972), 4) «Υπέροχες μέρες» (Perfect Days, 2023) και «Ένας Αμερικανός φίλος» (Der amerikanische Freund, 1977).

Η υπόθεση: Ο Χιραγιάμα μοιάζει να είναι απόλυτα ικανοποιημένος με την καθημερινότητά του, εργαζόμενος ως καθαριστής τουαλετών στο Τόκιο. Πέρα από την αυστηρά δομημένη καθημερινή του εργασία, απολαμβάνει το πάθος του για τη μουσική και τα βιβλία. Και αγαπάει πολύ τα δέντρα, τα οποία και λατρεύει να φωτογραφίζει. Μια σειρά από απροσδόκητες συναντήσεις αποκαλύπτουν σταδιακά περισσότερες λεπτομέρειες για το παρελθόν του.

Η άποψή μας: Ο ήρωας της τελευταίας ταινίας του Wenders λέγεται Χιραγιάμα. Καθόλου τυχαία, έτσι ονομάζεται και ο ήρωας της τελευταίας ταινίας που γύρισε πριν από πάνω από 60 χρόνια, ο δάσκαλός του (όπως συνηθίζει να τον χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Wim), ο σπουδαίος Yasujirô Ozu. Μιλάμε για το «Φθινοπωρινό απόγευμα» (Sanma no aji/ An Autumn Afternoon, 1962). Ο πιο... Αμερικάνος από τους Γερμανούς σκηνοθέτες είναι ταυτόχρονα και ο πιο... Ιάπωνας. Και σε τούτη του την ταινία, ξαναβρίσκει επιτέλους τη φόρμα του σε ότι αφορά φιλμ μυθοπλασίας, που θαρρείς την είχε χάσει για πάντα μετά τα «Φτερά του έρωτα», από το 1987, δηλαδή για σχεδόν 4 δεκαετίες, δεν είχε γυρίσει ταινία της προκοπής!

Τα φεστιβάλ συνέχιζαν να τον έχουν στην ατζέντα τους, καθώς το παρελθόν του ήταν απίστευτα καλό, αλλά θαρρείς και προσπαθούσε να κάνει κάθε φορά μια ταινία χειρότερη από την προηγούμενη! Πλέον, πήγαινες να δεις μια ταινία του Wenders και ήλπιζες τουλάχιστον να μην πεθάνεις από την πλήξη! Ναι, ο άνθρωπος που γύρισε το συγκλονιστικό «Παρίσι, Τέξας» είχε χάσει την έμπνευσή του και γύριζε ταινίες που δεν αφορούσαν κανέναν. Να, όμως, που ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και γύρισε ένα μικρό διαμάντι. Ένα ήσυχο αριστούργημα, μια ταινία – meditation, έναν φόρο τιμής στην ευγένεια, την απλότητα, το ήθος και την αποδοχή.

Ο Χιραγιάμα δεν ήταν πάντα αυτός που βλέπουμε στην ταινία. Παλιά, ήταν ένας άλλος. Παλιά, αδιαφορούσε. Παλιά, ήταν δυστυχισμένος, ένας ακόμα κυνηγός της επιτυχίας, του πλούτου, της γυαλιστερής επιφάνειας, του ετεροπροσδιορισμού. Κι όλα αυτά εξαιτίας του komorebi: του χορού των φύλλων στον άνεμο δηλαδή, που πέφτουν σαν μία σκιά στον τοίχο μπροστά σου, χάρη σε μία πηγή φωτός που έρχεται από το σύμπαν, από τον ήλιο. Γι' αυτό στα όνειρά του – αλλά όχι μόνο σε αυτά – ο Χιραγιάμα βλέπει αυτά τα παιχνιδίσματα του φωτός με τις σκιές. Είναι ευτυχισμένος ο Χιραγιάμα; Όχι βέβαια. Έχει καταφέρει όμως κάτι πάρα πολύ σημαντικό: να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και να αποδεχθεί την ζωή του. Με τις μικρές χαρές και τις μεγάλες θλίψεις της.

Για τους βιαστικούς και τους κυνικούς, στην ταινία δεν συμβαίνει απολύτως τίποτε. Ή μάλλον, απλά βλέπουμε τον Χιραγιάμα να βιώνει τη δική του «Μέρα της Μαρμότας»: ξυπνάει, τριμάρει το μουστάκι του, παίρνει τον καφέ του από τον αυτόματο πωλητή έξω από το δωρικό σπίτι όπου μένει, μπαίνει στο παράξενο, μικρό όχημά του, βάζει στο κασετόφωνο αγαπημένα άλμπουμ του παρελθόντος, καθαρίζει τουαλέτες, πίνει την λεμονάδα του πάντα στο ίδιο μαγαζί, τρώει το κολατσιό του πάντα στο ίδιο πάρκο, συναντά τους ίδιους ανθρώπους, πέφτει να κοιμηθεί διαβάζοντας Φόκνερ ή Χάισμιθ, ονειρεύεται και φτου κι από την αρχή. Αυτή είναι η καθημερινότητά του – και δεν διαμαρτύρεται. 

Δεν επιζητά αποδράσεις, γρήγορες απολαύσεις, έντονα φιξάκια, να γίνει πετυχημένος, in, αποδεκτός. Μοιάζει αναχρονιστικός. Και τι αντίθεση, ε; Προτιμά να ακούει μουσική μέσα από αναλογικά μέσα αναπαραγωγής ενώ καθαρίζει τις πλέον hitech τουαλέτες του κόσμου! Μένει «πίσω» ζώντας στην πιο προηγμένη – θα μπορούσε κάποιος να πει μέχρι και ρομποτοποιημένη – τεχνολογικά δυτική κοινωνία. Είναι ταπεινός σε μια εποχής άκρατου εγωισμού. Και όχι, αυτό που φαίνεται ως ρουτίνα και ως επανάληψη, δεν είναι. Δεν είναι αν αντιμετωπίζεις την κάθε μέρα με την ίδια ευχαρίστηση και περιέργεια, όταν ανακαλύπτεις μέσα σε αυτήν τις μικρές χαρές, ένα χαμόγελο, μια ευγενική χειρονομία, το θαύμα της ζωής. 

Δεν θα μπορούσε να τη γυρίσει αυτήν την ταινία ο Wenders όταν ήταν νέος. Δεν θα μπορούσε να τη γυρίσει την ταινία κανένας νέος σε ηλικία σκηνοθέτης: χρειάζεται μια βιωμένη εμπειρία ζωής, ένα καταστάλαγμα, μια επίτευξη μιας ζεν κατάστασης, ένα ξεσκαρτάρισμα από όλα τα περιττά και τα στρεσογόνα. Μια ταινία που λειτουργεί ως χάδι στα μάτια του θεατή, μια ταινία με εξαιρετικό σάουντρακ, όπου όλα τα πολύ γνωστά και πολύ αγαπημένα τραγούδια του ένδοξου παρελθόντος ακούγονται ως βάλσαμο απέναντι στον εγκατεστημένο θόρυβο, ένα – ακόμα – road movie από τον μάστορα του είδους, που αποδεικνύει πως τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα. Και με έναν συγκλονιστικό Koji Yakusho στον πρωταγωνιστικό ρόλο, να ζωντανεύει έναν εντελώς συνειδητοποιημένο άνθρωπο. 

Και στην τελευταία σκηνή της ταινίας, υπό τους ήχους του «Feeling Good» της Nina Simone, με ένα αμοντάριστο, συνεχόμενο close up, βλέπουμε αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο να χαμογελά, να είναι έτοιμος να κλάψει, να είναι γεμάτος συναισθήματα, γεμάτος και πλήρης, να αποτελεί το ζωντανό παράδειγμα όλων όσων λένε οι στίχοι: «It's a new dawn/ It's a new day/ It's a new life for me, ooh/ And I'm feeling good». Και τι υπέροχο, αυτή η ξεχωριστή ταινία, να έχει καταφέρει να κάνει γκελ στον κόσμο, ε; Όσοι δεν την έχετε δει ακόμα, αντέστε.

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr

Smart Search Module