Μενού

DUNE: ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

2036 4

Στην έρημο του Αράκις, ο Πολ Ατρείδης προσπαθεί να επιβιώσει μαζί με τη μητέρα του ύστερα από την εξολόθρευση του βασιλικού του οίκου. Εκεί, θα έρθει κοντά με μια ντόπια φυλή που περιμένει τον Μεσσία της, έναν ρόλο που ο Πολ δεν έχει αποφασίσει κατά πόσο θα ασπαστεί ή όχι. Κι ενώ η σχέση του με την Τσάνι γίνει βαθύτερη, η επιρροή της μητέρας του και μια σοκαριστική αποκάλυψη θα έχουν ως αποτέλεσμα μια απόφαση που θα σημαδέψει τον κόσμο για πάντα.

Ακόμα και για θεατές που δηλώνουν άγνοια σε σχέση με το βιβλίο του Φρανκ Χέρμπερτ (στους οποίους συμπεριλαμβάνομαι) κι ακόμα και για θεατές που είχαν μείνει κάπως κρύοι απέναντι στο πρώτο φιλμ (στους οποίους συμπεριλαμβάνομαι!), αυτό το δεύτερο μέρος δια χειρός Ντενί Βιλνέβ μπορεί και να λειτουργήσει. Γιατί κάποιες φορές το μέγεθος, πολύ, απλά μετράει – ειδικά αν μπορείς να το ζωγραφίσεις με εμβληματικής ομορφιάς κατασκευές και χρώματα, μετατρέποντας την εικόνα σε νοηματικό όχημα.

Ο Βιλνέβ κοιτάζει τους αχανείς χώρους της ερήμου και αυτό που βλέπει είναι μια τεράστια παλέτα, την οποία καδράρει με κάθε πιθανό τρόπο, και την οποία διαρκώς γεμίζει: με ανθρώπους, με ανθρώπους σε στρατιωτικούς σχηματισμούς-μοτίβα, με πλάσματα, με πλάσματα που σχίζουν την έρημο στα δύο, με κτίρια, με κτίρια που γράφουν την Ιστορία πολιτισμών μέσα από τα σχήματά τους, μέσα από τους καπνούς και τις φωτιές τους, μέσα από τα υλικά τους.

Είναι μια τρομερά υλική ταινία, πράγμα αληθινά σπάνιο για θέαμα τέτοιου μεγέθους. Ακόμα κι οι άνθρωποι που κινούνται στους τεράστιους χώρους του φιλμ, καδράροντα συχνά σαν αγάλματα, σαν μοτίβα. Σαν αρχέτυπα. Με αυτό τον τρόπο, ακόμα κι η σχετική απλότητα του στόρι κι η σχηματικότητα των χαρακτήρων μετατρέπεται σε προτέρημα: Παρακολουθούμε κάτι το αρχετυπικό, παρακολουθούμε ανθρώπους-Ιδέες που αποτυπώνονται πάνω σε πίνακες, πάνω σε τείχη σπηλαίων, πάνω σε πέτρα.

Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται φυσικά μια τυπική μεσσιανική φιγούρα, ο Πολ του Τίμοθι Σαλαμέ (που είναι πάντα μια μαγνητική παρουσία που ο Βιλνέβ ξέρει να εκμεταλλευτεί, ακόμα κι αν δεν ταιριάζει ιδιαίτερα στο ρόλο), μέσα από τη σχέση του οποίου με τη ντόπια Τσάνι (Ζεντάγια, όχι ακριβώς με το πιο πλούσιο υλικό της καριέρας της) αναδεικνύεται η εσωτερική του σύγκρουση πάνω στη θέση του σε αυτό τον κόσμο. Δυνάμεις εξωτερικές από τον ίδιο τον κατευθύνουν, είτε από μακιαβελική φιλοδοξία είτε από αγνότητα πίστης. Και ένας λαός που περιμένει Σωτήρα από μια διαχρονική αποικιοκρατική εκμετάλλευση, τον κοιτά όλο και περισσότερο με δίψα, με πίστη – και τελικά, με φόβο.

Πάνω σε αυτά τα πρωτογενή υλικά ο Βιλνέβ συνθέτει μια επική τραγωδία μάλλον απλή στη σύνθεση και στις κινήσεις της πλοκής της, όμως απολύτως λειτουργική στα σύμβολα, στις εικόνες και στην αίσθησή της. Ένας λαός που ποτέ δεν είχε τον έλεγχο της μοίρας του επιλέγει την σωτηρία, κι ένας ηγέτης σε αδιέξοδο επιλέγει τον μεσσιανισμό, εκμεταλλευόμενος άνευ όρων τον φονταμενταλισμό ως όπλο. Σε αυτή τη σύγκρουση (κι εδώ είναι το τρομακτικό) μάλλον δεν υπάρχει «σωστή» διέξοδος, με τον Βιλνέβ να αρνείται να προσδώσει αγνά ηρωικά χαρακτηριστικά στον Μεσσία της ιστορίας του, στεκόμενος με τρόμο ακόμα κι απέναντι στον ίδιο του τον θρίαμβο.

Φτάνοντας ως εκεί, δημιουργεί μερικές αληθινά αξέχαστες μεμονωμένες σεκάνς μέσα σε έναν έτσι κι αλλιώς επιβλητικό κόσμο, από την χειροποίητα ασπρόμαυρη σκηνή της αρένας μέχρι την σώμα σώμα μάχη της κλιμάκωσης του φιλμ. Αντλεί δημιουργικότητα από πολλά μέλη του εντυπωσιακού καστ του, όπως έναν απολαυστικό Χαβιέ Μπαρδέμ (που βρίσκει κάτι το θλιβερά χιουμοριστικό σε αυτό τον νηφάλιο κόσμο), μια σιωπηλά δηλητηριώδη Ρεμπέκα Φέργκιουσον και έναν ωμό, ζωώδη Όστιν Μπάτλερ σε έναν ρόλο κρυφό MVP.

Όλες αυτές οι σκηνές, οι χαρακτήρες, οι στιγμές, διαθέτουν κάτι το αρκετά αιχμηρό, μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης ακινησίας. Είναι σαν μια ακολουθία από πανέμορφους πίνακες που, μαζί, λένε κάτι σαν την ιστορία του κόσμου. Τη δίψα, την οργή, την μηχανορραφία, την τυφλή πίστη, την εκμετάλλευση, την αποικιοκρατία, τον φανατισμό, τα τέρατα, τους ανθρώπους, τις κατασκευές τους, τα κτίριά τους, και –τελικά– τον συνταρακτικό κόσμο που τα περιβάλλει όλα. Το πρώτο “Dune” ήταν μια πρόβα. Στο “Μέρος Δεύτερο”, ο Ντενί Βιλνέβ άπλωσε μπροστά μας το σινεμά του πιο ολοκληρωτικά από ποτέ.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

 

Smart Search Module