Μενού

ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΜΕΡΕΣ - Φίλιππος Χατζίκος

1951 2

Όσοι έχουν έρθει σε επαφή με το προηγούμενο έργο του Άντριου Χέιγκ θα αναγνωρίσουν στο All of Us Strangers ένα σημείο τομής δύο εκ των πλέον αναγνωρισμένων δημιουργιών του. Στη δεύτερη κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος Strangers του Τάιτσι Γιαμάντα, που εκδόθηκε το 1987, η λυρική ευαισθησία και το γκέι βίωμα του Weekend συναντούν «φαντάσματα» σαν εκείνα που δέσποζαν στα 45 Χρόνια, συνθέτοντας μία μελαγχολική κινηματογραφική μπαλάντα στο γνώριμο αφηγηματικό ύφος του Βρετανού. Κεντρικός ήρωας της ταινίας είναι ο Άνταμ, ένας σεναριογράφος που γνωρίζει και ερωτεύεται -παρά τις αρχικές επιφυλάξεις- έναν ένοικο της ίδιας τεράστιας πολυκατοικίας στην οποία κατοικεί. Παράλληλα, ο Άνταμ αποφασίζει να διαβεί τη νοητική λεωφόρο της νοσταλγίας προκειμένου να αντλήσει έμπνευση, να ξεφύγει από το δημιουργικό τέλμα και την εκφοβιστική λευκή σελίδα που τον διώκει. Αρχίζει να επισκέπτεται το οικογενειακό του σπίτι και συναντά εκεί τους γονείς του, ίδιους και απαράλλακτους όπως τριάντα χρόνια πριν, την τελευταία φορά δηλαδή που τους είδε ζωντανούς πριν το μοιραίο τροχαίο που του στέρησε την παρουσία τους στην εφηβική και ενήλικη ζωή.

Ο Άνταμ και οι γονείς του έχουν σχεδόν την ίδια φανερή ηλικία όταν ξανασυναντιούνται. Μία τεράστια και αδόκητη απώλεια, σαν αυτή που βίωσε εκείνος, παγώνει τον ίδιο τον χρόνο, τουλάχιστον σε ό, τι έχει να κάνει με τη μεταξύ τους σχέση. Ο νοητικός εκτροχιασμός που επιτρέπει στον Άνταμ την ψευδαίσθηση της φυσικής τους παρουσίας, παραδόξως, του υπενθυμίζει ότι υπάρχουν ακόμα φαντάσματα που πρέπει να ξορκίσει. Ο τρόπος που ο Χέιγκ αγκαλιάζει το μεταφυσικό στοιχείο της αφήγησης (πιθανώς καταχρηστικός ο όρος αυτός) εμφορείται από μία ανίκητη τρυφερότητα, σχεδόν μαγνητική. Ο Άνταμ δε φοβάται, σχεδόν δεν παραξενεύεται καν από την κατά τα φαινόμενα αναπάντεχη συνάντηση. Μετά την πρώτη αμηχανία, στη συναναστροφή τους κυριαρχεί η αγαλλίαση, η οικειότητα που δεν έχει καμφθεί από τη μακρόχρονη απουσία και το επίμονο πένθος, η αναζήτηση των ορίων της ανανεωμένης ένωσης ζώντων και νεκρών. Επιστρέφει όλο και συχνότερα στην οικογενειακή εστία, εκεί που τέθηκαν τα θεμέλια της προσωπικότητάς του, αγωνιώντας σιωπηλά να καταδείξει στους δικούς του ανθρώπους τι (απ)έγινε ο ίδιος όσο εκείνοι απουσίαζαν στο υπερπέραν.

Σύντομα αρχίζει να επιζητά αυτό που τα παιδιά λαχταρούν από τους γονείς τους, την άνευ όρων αποδοχή τους, θέτοντας επί τάπητος το ζήτημα της σεξουαλικής του ταυτότητας. Αυτό το καθυστερημένο, υπερβατικό coming out στοίχειωνε την προσωπικότητά του και η παρουσία των γονιών του τον φέρνει στο κατώφλι της μεγάλης εξομολόγησης. Ο Χέιγκ παίρνει όσο χρόνο χρειάζεται προκειμένου να μην εκβιάσει αντιδράσεις και πρόχειρες διατυπώσεις. Η κάμερά του στέκεται κοντά στους ήρωες, αφουγκράζεται τον ήχο των σιωπών που μοιράζονται, υποκλίνεται στην υγρασία των ματιών τους πριν απελευθερώσουν το δάκρυ που αρμόζει στην επανένωσή τους. Η οικία της οικογένειας (παρεμπιπτόντως, πρόκειται για το αληθινό σπίτι στο οποίο μεγάλωσε ο ίδιος ο δημιουργός) αποπνέει τη θέρμη που αρμόζει στον πολυσήμαντο νόστο του Άνταμ, λειτουργεί περίπου σαν το γιατρικό για την μοναξιά της μεγαλούπολης που ρημάζει βουβά την ψυχή του σε εκείνο το γυάλινο ογκώδες κτίριο που μένει, σε κάποια ανώνυμη λονδρέζικη συνοικία, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, μόνος μεταξύ μόνων.

Όσο ο Άνταμ ρίχνει γέφυρες προς το απώτερο παρελθόν του, όμως, η ζωή επί του παρόντος εξακολουθεί να προχωρά, κάπου ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Η διαδικασία της αποδοχής μιας χαμένης, παιδικής αθωότητάς, του χρόνου που τον κράτησε δέσμιο και, το δυσκολότερο, της απώλειας που καθόρισε τη ζωή του, έχει ως καύσιμο την παρουσία του Χάρι. Το ειδύλλιο μεταξύ τους αναπτύσσεται σταδιακά και όμορφα, η ψυχική και η σωματική εγγύτητα μεταξύ τους έρχονται σχεδόν ταυτόχρονα. Η ζεστασιά του σπιτιού όπου συναντά τους γονείς του, μακριά από το Λονδίνο, αρχίζει να απαντάται και εντός των τειχών του σπιτιού του, παραμερίζοντας τις φορτωμένες με ψυχρή συστολή άμυνες του. Η μέθοδος του Χέιγκ, που κινείται ελεύθερα ανάμεσα στους δύο άξονες με εμπιστοσύνη στη συναισθηματικότητα της αφήγησής του, αποτελεί τη σφραγίδα της ικανότητάς του ως δημιουργού. Αυτό είναι που καθιστά το φινάλε τουλάχιστον συζητήσιμο˙ κατά την άποψη του γράφοντος, η αφηγηματική ροή της ταινίας έχει ολοκληρωθεί λίγα λεπτά πριν πέσουν οι τίτλοι, σε μία κομβική στιγμή όπου η τέχνη του αποχωρισμού ίπταται πάνω από τους ωκεανούς του πένθους και της αφόρητης μοναξιάς. Ο «επίλογος» που ακολουθεί, παρά τη γλαφυρότητα και την έντονη φόρτισή του, (μας) χειραγωγεί αχρείαστα, επισκιάζοντας την κομψή παράθεση των καταστάσεων της ταινίας μέχρι εκείνο το σημείο.

Το All of Us Strangers είναι ερμηνευμένο στην εντέλεια, μέσα στη χειμαρρώδη καταγραφή της συναισθηματικής οδύσσειάς του. Ο Άντριου Σκοτ λάμπει σαν χρυσός, υποταγμένος στη χρόνια θλίψη, εγκαταλείποντας την ασφάλεια της μοναχικότητάς του μπροστά στην όψη ενός έρωτα εν τη γενέσει και των φαντασμάτων που αποχαιρετούν. Δίπλα του, ο ιδανικός Πολ Μέσκαλ συλλαμβάνει το κενό ανάμεσα στις χαρωπές εξάρσεις μιας νέας γνωριμίας και την άηχη απόγνωση. Το φωτογενές κουαρτέτο συμπληρώνουν η Κλερ Φόι και ο Τζέιμι Μπελ, αμφότεροι δραματουργικά καίριοι και ακριβείς στον σεβαστό χρόνο που τους αφιερώνει ο Χέιγκ. Η ταινία είναι ενδεδυμένη με μια σειρά από επιθετικά εύστοχες μουσικές επιλογές της δεκαετίας του 1980, ενώ διαθέτει μελαγχολική φωτογραφία με έντονα χρώματα και μαεστρικό μοντάζ που καταργεί τα όρια ανάμεσα στο φαντασιακό και το πραγματικό. Περισσότερο όμως από τις επιμέρους αρετές της, είναι η ελεγειακή της ατμόσφαιρα που βρίσκει απευθείας μια θέση στην καρδιά και υπόσχεται να μείνει εκεί για καιρό.

Φίλιππος Χατζίκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module