Μενού

ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ, ΤΑ - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

 

1839 2

Ο Ελληνοαμερικάνος σκηνοθέτης Αλεξάντερ Πέιν δεν έπαψε να μας εκπλήσσει με τις πάντα ενδιαφέρουσες (και πολύ συχνά εξαιρετικές) ταινίες του (όπως το «Σχετικά με τον Σμιτ», «Πλαγίως» και το βραβευμένο στις Κάννες και υποψήφιο για 6 Όσκαρ «Νεμπράσκα»). Στη νέα του ταινία, «Τα παιδιά του χειμώνα», που πρωτοείδαμε σήμερα στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, είναι μια όμορφη, συγκινητική, ταυτόχρονα σχόλιο πάνω στη σύγχρονη, αποξενωμένη κοινωνία μας, κωμωδία.

Κωμωδία που αναπτύσσεται μέσα από τη σχέση ανάμεσα στον Πολ Χάναμ (καταπληκτική ερμηνεία από τον Πολ Τζιαμάτι), ένα στρυφνό καθηγητή, μισητό από όλους  τους μαθητές του, μαζί και τους καθηγητές, και τον Τάλι (εξαιρετική παρουσία του πρωτοεμφανιζόμενου Ντόμινικ Σέσα), έναν ατίθασο, έφηβο μαθητή του. Σχέση αρχικά εχθρική, που σταδιακά αρχίζει αναπτύσσεται στη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων εορτών, όταν οι δυο τους ξεμένουν στο χώρο του πανεπιστημίου, με μόνη παρέα την μαύρη μαγείρισσα, Μαίρη Λάμπ (μια πολύ καλή Ντα’βίν Τζόι Ράντολφ).

Η ταινία ξεκινάει σαν ένα είδος παραμυθιού για μεγάλους, που όμως ο Πέιν καταφέρνει πολύ γρήγορα, χρησιμοποιώντας μιαν ατμόσφαιρα που μου θύμισε τις «ρόδινες» ταινίες που γύριζε στη δεκαετία του ‘30 ο Φρανκ Κάπρα, να τη μετατρέψει σε ένα σχόλιο πάνω στην ίδια την κοινωνία μας. Με τον Πέιν να συνδυάζει με τη σωστή ισορροπία την κωμωδία με το δράμα, και να συγκινεί χωρίς όμως να οδηγεί στο μελόδραμα (παράδειγμα οι συγκρατημένες με το σωστό έλεγχο και μια καθαρά προσωπική ματιά, σκηνές με τη μαύρη μαγείρισσα αλλά και τις σκηνές μετατροπής του Χάναμ σε ένα πιο ανθρώπινο και με σωστά αισθήματα άτομο), αλλά και να μας οδηγεί με τρόπο ευρηματικό και καθηλωτικά, από το ένα θέμα στο άλλο, όπως το οδοιπορικό στο τελευταίο μέρος της ταινίας με τον Χάναμ να οδηγεί τον Τάλι και την Μαίρη στο «εκπαιδευτικό» ταξίδι στη Βοστώνη.  

Ακόμη, πιο σημαντικό είναι πως ο Πέιν καταφέρνει να μετατρέψει τον κόσμο του πανεπιστημίου σε ένα μικρόκοσμο για την ίδια την κοινωνία μας, όχι μόνο εκείνη του 1970-71 στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία του, αλλά και στη σύγχρονη, με τις ταξικές ανισότητες, τον πλούτο που αγοράζει τα πάντα, τις απώλειες του πολέμου (η μαύρη μαγείρισσα που χάνει το γιο της στον πόλεμο του Βιετνάμ), το φυλετικό, τις σχέσεις καθηγητών-μαθητών, τη σχέση παρελθόντος με το παρόν (με τον σκηνοθέτη να μετατρέπει, πολύ έξυπνα, τον Χάναμ σε καθηγητή αρχαίου πολιτισμού, με αναφορές και στην Ελλάδα), τις σχέσεις ανάμεσα στις δυο γενιές, καθώς και με τα προβλήματα ενηλικίωσης. Προβλήματα που αφορούν και τη σημερινή, το ίδιο προβληματική, διχασμένη, και βουτηγμένη στον πόνο και την απώλεια, άνιση κοινωνία μας, που σε πολλά από αυτά  δειχνει να επαναλαμβάνει τα προβλήματα και τα λάθη του παρελθόντος.

Ανέφερα πιο πριν τις ταινίες του Φρανκ Κάπρα που μου θύμισε η ατμόσφαιρα της ταινίας του Πέιν. Ο ίδιος πάντως ο σκηνοθέτης, στη συνέντευξη τύπου που μας έδωσε μετά τη δημοσιογραφική προβολή της ταινίας του, ανέφερε μια γαλλική ταινία του Μαρσέλ Πανιολ της δεκαετίας του τριάντα, που είχε δει πρόσφατα και που του έδωσε την αρχική ιδέα για τη σημερινή του ταινία. Ιδέα που ανάπτυξε, όπως μας είπε, στον σεναριογράφο Ντέιβιντ Χέμινγκσον (είναι μάλιστα η πρώτη φορά που βασίζεται σε ξένο σενάριο, μια και στο παρελθόν έγραφε ο ίδιος τα σενάρια του), για να φτιάξει το τελικό σενάριο.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module