Μενού

ΠΕΣΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ - Βασίλης Μάλτας

1820 6

Είναι λυτρωτικός ο Άκι Καουρισμάκι! Τον έχουμε ανάγκη

Μετά την ταινία που είδαν, όπου ορδές ζόμπι επιτίθονταν στους κατοίκους μιας ήσυχης επαρχιακής πόλης των ΗΠΑ -πόσοι θα διάλεγαν τέτοια ταινία για την πρώτη τους συνάντηση;- και με ένα αίσθημα χαράς ανάμεσά τους, η Άνσα γράφει σ’ ένα χαρτί τον αριθμό τηλεφώνου της στον Χολάππα: στο σύμπαν του αγαπημένου Καουρισμάκι, δύο άνθρωποι που αισθάνονται έλξη έρχονται πιο κοντά στην κινηματογραφική αίθουσα κι ένα χειρόγραφο σημείωμα από το αγαπημένο πρόσωπο είναι προτιμότερο της πληκτρολόγησης στο κινητό- είναι κρίμα που έχουμε χάσει την έκπληξη, τη συγκίνηση να βρίσκουμε τυχαία γράμματα, σημειώματα μέσα σε βιβλία ή συρτάρια του γραφείου, κειμήλια μιας σημαντικής σχέσης ή μιας σχέσης που κάποτε ήταν όλη μας η ζωή. Όμως, το χαρτί πέφτει από την τσέπη του, ο αέρας το παίρνει μακριά μαζί με τα πεσμένα φύλλα κι εκείνος δεν γνωρίζει το όνομά της επειδή η Άνσα θα το αποκάλυπτε την επόμενη φορά- άραγε, θέλοντας να εκμαιεύσει ότι εκείνος θα την ξαναδεί, μια παιχνιδιάρικη διάθεσή της ή μια διαφορετική αρχή, έστω και μικρή, σαν για να ξορκίσει τις  ερωτικές απογοητεύσεις της; Κι έτσι, ο Καουρισμάκι δίνει κλώτσο να γυρίσει και το παραμύθι ν’ αρχινίσει για δύο μοναχικές υπάρξεις στο μουντό Ελσίνκι, γύρω στα 40 τους, που δεν ελπίζουν πια στον έρωτα για διαφορετικούς λόγους, που η ψυχή τους αρχίζει να φυλλορροεί όπως τα δέντρα το φθινόπωρο. Μεγαλώνοντας, όλο και περισσότερο τρομάζει η επιδίωξη, ακόμα και η ονειροπόληση της ευτυχίας, χρειάζεται μεγαλύτερο κουράγιο να εγκαταλείψουμε τον γνώριμο, ασφαλή μικρόκοσμό μας εξαιτίας της ανάμνησης του πόνου, ή εξαιτίας της άγνοιάς του.

 

Η Άνσα ζει σε μικρό σπίτι που  κληρονόμησε όπου θα ‘λεγες ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα στην παλιά διακόσμησή του. Ο Χολάππα (δεν μαθαίνουμε το μικρό του όνομα) ζει με συναδέλφους στο μικρό κοντέινερ τού εργοδότη τους (ο οποίος, βέβαια, δεν το φροντίζει), φυτεμένο ανάμεσα στα ογκώδη, σύγχρονα μεταλλικά κτίρια- πολλοί, βέβαια, θα γνωρίζουν τις συνθήκες διαβίωσης εκεί αλλά αδιαφορούν. Η Άνσα απολύεται γιατί παραβιάζει τον κανονισμό του σούπερ μάρκετ, παίρνοντας κρυφά ληγμένο τρόφιμο αντί να το βάλει στην ανακύκλωση. Ο Χολάππα απολύεται από το μηχανουργείο όταν το αφεντικό βρίσκει ευκαιρία να του φορτώσει τη δική του ευθύνη για κακοτεχνίες, βασιζόμενος στο ότι ο Χολάππα, καταναλώνοντας αλκοόλ, παραβιάζει τον κανονισμό. Εκείνη κλείνει τις ηλεκτρικές συσκευές για οικονομία, εκείνος κοιμάται σε ξενώνα αστέγων- και, πιωμένος, σε παγκάκια και στάσεις λεωφορείων (χωρίς, όμως, να χάνει τα λογικά του). Εκείνη κάνει κάθε δουλειά, όσο σκληρή και κακοπληρωμένη κι αν είναι, εκείνος βρίσκει μια δουλειά μέχρι να απολυθεί ξανά, σταματώντας πια τις προσπάθειες να κόψει το ποτό. Διάχυτη η θλίψη στο πρόσωπό της, φοβάται την απόρριψη αλλά περισσότερο φοβάται να ξαναπονέσει και τον ειρωνεύεται όταν πιστεύει ότι αποδεικνύεται ανακόλουθος. Μια εφηβικότητα διατηρείται στο πρόσωπό του, μάλλον δεν έχει ζήσει ακόμα τα ενήλικα βάσανα του έρωτα, υποδύεται τον “σκληρό τύπο” που δεν τραγουδά στο καραόκε μπαρ, όπως δηλώνει στον φίλο και συνάδελφό του, εκεί όπου συχνάζουν περιθωριακοί, προλετάριοι, losers, μοναχικοί, πονεμένοι (ολόκληρη η Καουρισμακική ανθρωπογεωγραφία!) που ταιριάζουν τη θλίψη τους με ποτό και μουσική, εκεί όπου ο Χολάππα πρωτοσυναντιέται με την Άνσα  πριν χαθούν, ξαναβρεθούν, θελήσουν να είναι μαζί, δίνοντας αγώνα να συντονιστούν στις προσωπικές παραλλαγές της κατάθλιψής τους- που ενισχύεται σε καιρούς εργασιακής ανασφάλειας, συρρίκνωσης δικαιωμάτων, παράλογων κανόνων που νομιμοποιούν απολύσεις χωρίς ουσιαστικούς λόγους (η θεωρούμενη ως κλοπή των ληγμένων, η απαγόρευση του καπνίσματος ακόμα και στους υπαίθριους χώρους εργασίας). Όμως, ακόμα και σ’ έναν τέτοιο κόσμο, το φως του βραδινού τραμ όπου επιβαίνει η Άνσα και φωτίζει τον αποκοιμισμένο στη στάση Χολάππα, θαρρείς ότι καταυγάζεται από μέσα της παρατηρώντας τον, ένα άλλο βράδυ τον χαϊδεύει αποκοιμισμένο στη στάση κι εκείνος θα ξυπνήσει μόλις εκείνη ξεμακρύνει από κοντά του, σαν να ξυπνάει από όνειρο. Θαρρείς ότι η γυναίκα χαρτογραφεί τον δρόμο της αγάπης όπου μπορούν να θυμηθούν, να αποδεχτούν, να απελευθερωθούν μαζί.

Πρόσωπα ανέκφραστα, ζωές ακύμαντες. Μια ίσια γραμμή τα χείλη τους. Σαν εξανθρωπισμένες μαριονέτες. Κι όμως, αισθανόμαστε μια φλέβα ζωής που κυλάει υποδόρια. Λόγια, μονάχα όσα χρειάζονται για μια βασική επικοινωνία- περισσότερα λόγια μπορεί να δυσκολεύουν την επικοινωνία, να γεννάνε τον κίνδυνο διάψευσής τους. Ήρωες που αντέχουν να ζουν μια αντιηρωική ζωή, άνθρωποι που πάσχουν στωικά από αθεράπευτη ανθρωπιά. Με την ίδια φαινομενική, σχεδόν τελετουργική απάθεια, εκφέρουν κοφτά την πιο βαθιά εξομολόγηση για μια ύπαρξη που τους ελκύει αλλά δεν αντέχουν τον εαυτό τους και την πιο αστεία, πνευματώδη, αυτοσαρκαστική ατάκα.

“Πίνω επειδή είμαι καταθλιπτικός. Είμαι καταθλιπτικός επειδή πίνω”, λέει ο Χολάππα στον φίλο του.
“Άκου τη βαρύτονη φωνή μου να εκτιμήσεις”, του απαντά εκείνος που, ενώ αντιλαμβάνεται ότι δεν τραγουδά ωραία, περιμένει υπομονετικά προτάσεις για επαγγελματικό τραγούδι, μια σχεδόν ζωτική και, ταυτόχρονα, αυτοσαρκαστική αυταπάτη.
Μια εκφορά λόγου που αποκτά κωμικό τόνο. Γελάμε με το ύφος τους, όχι όμως από θέση ανωτερότητας αλλά σαν για να τους μεταδώσουμε ότι η ύπαρξή τους μας αγγίζει.

“Βασανισμένος από όλους τους παράλογους, περιττούς και εγκληματικούς πολέμους, έγραψα μια ιστορία για τα θέματα χάρη στα οποία η ανθρωπότητα θα μπορούσε να έχει μέλλον: τη λαχτάρα για αγάπη, αλληλεγγύη, ελπίδα και σεβασμό για τους άλλους, τη φύση και ο,τιδήποτε ζωντανό ή νεκρό”, δήλωσε ο Καουρισμάκι γι’ αυτήν την ταινία. Οι ήρωές του κλείνουν το ραδιόφωνο που αναφέρεται μόνο στα Ρωσικά εγκλήματα πολέμου στην Ουκρανία (ιστορική η εχθρότητα των Φινλανδών για τους Ρώσους), θαρρείς αντιδρώντας ενστικτώδικα στην υπερπροβολή του κακού με τόση βία που βιώνουν καθημερινά και σε μια καλυμμένη διάχυση ματαιότητας για τις δυνατότητες ν’ αλλάξει αυτός ο κόσμος. Σ’ ένα τέτοιο πολιτικοοικονομικό περιβάλλον που καθιστά αόρατους, αναλώσιμους τόσους ανθρώπους, η απάντηση είναι η αγάπη που προϋποθέτει την προσωπική μας ευθύνη στην επίγνωση και το ψυχικό άνοιγμα- πάντα το υπαρξιακό είναι πολιτικό. Η γνωστή αγάπη που ο ρομαντικός, ανθρωπιστής Καουρισμάκι περιβάλλει τους ήρωές του, εδώ δημιουργεί έναν κόσμο κατάφασης στη ζωή, μεταδίδοντάς μας χαρούμενα, συγκινητικά, ότι αυτό που μοιάζει να συμβαίνει μαγικά, είναι εφικτό. Πάντα μινιμαλιστικά, αστεία, με τα μικρά σε διάρκεια στατικά πλάνα να δίνουν τον ρυθμό σε μια πλοκή χωρίς περιστροφές, αποδραματοποιημένα αλλά, ταυτόχρονα, συναισθηματικά, με έναν ποταμό τραγουδιών, αγαπησιάρικων και μελαγχολικών, που εκφράζουν ανείπωτα συναισθήματα. Πάντα διάφανοι οι χαρακτήρες του, αρκούν μία-δύο φράσεις, μικρές χειρονομίες, φευγαλέα βλέμματα ώστε να μεταδοθεί ο ψυχισμός τους, προτρέποντάς μας στην παρατήρησή τους, στην έγνοια γι’ αυτούς. Γιατί, οι άνθρωποι του Καουρισμάκι είναι εμείς- κι εμείς είμαστε εκείνοι, στις διαφορετικές παραλλαγές της ανθρώπινης κατάστασης στις δυτικές κοινωνίες.

Είναι λυτρωτικός ο Καουρισμάκι! Τον έχουμε ανάγκη. Ας μην προσπεράσουμε το δώρο που μας έχει κάνει μ’ αυτήν την ταινία του!

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module