Μενού

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΝΤΑΛΒΑ - Κουταλάς Ανδρέας

2141 10

«Δεν είμαι κορίτσι, είμαι γυναίκα». 

Αυτή η φράση βγαίνει από το στόμα της Νταλβά, (εξαιρετική η Ζελντά Σαμσόν), ενός 12χρονου κοριτσιού, που παρά την ηλικία του, ντύνεται με φτιαγμένα μπουφάν, καλτσόν, κραγιόν, μακιγιάζ, σκουλαρίκια και χτενίσματα που την κάνουν να φαίνεται ενήλικη.

Η ταινία ξεκινά με μαύρη οθόνη, ενώ ακούγονται οι κραυγές της μικρής Νταλβά. Όταν η οθόνη φωτίζεται, παρακολουθούμε την αστυνομία να επιχειρεί να συλλάβει έναν άνδρα, τον Ζακ, ενώ η Νταλβά ουρλιάζει και αγωνίζεται μάταια να τον απελευθερώσει. Η Νταλβά μεταφέρεται από κοινωνικό λειτουργό σ’ ένα είδος κυβερνητικού καταφύγιου, όπου φιλοξενεί παιδιά-θύματα κάθε είδους βίας. Στην πορεία μαθαίνουμε ότι ο άντρας αυτός είναι ο πατέρας της Νταλβά, ο οποίος την κρατούσε αιχμάλωτη για περίπου επτά χρόνια και διατηρούσε μαζί της μία σαφώς αιμομικτική σχέση. Αυτό όμως, δεν έχει καμία σημασία για τη νεαρή κοπέλα, που πιστεύει ένθερμα ότι δεν είναι παιδί κι ακόμα χειρότερα, υποστηρίζει ότι κανένας δεν την ανάγκασε να κάνει τίποτα, ό,τι έκανε το έκανε με τη θέληση της. 

Για τη σκηνοθέτιδα, το τι υπέστη το 12χρονο κορίτσι δεν έχει σημασία. Την ενδιαφέρουν οι συνέπειες. Το γεγονός ότι θεωρεί τον εαυτό της γυναίκα κι η προσπάθειά της να ευχαριστεί τον Ζακ.

Θα είναι η επαφή με τον πραγματικό κόσμο, με τα άλλα παιδιά στο καταφύγιο και με τον ακούραστο κοινωνικό λειτουργό της, που θα κάνουν τη 12χρονη να καταλάβει, σιγά-σιγά, την κακοποίηση στην οποία υποβλήθηκε και ν' αρχίσει να βιώνει την παιδική ηλικία που τόσο είχε στερηθεί. Ο επαναπροσδιορισμός της είναι τέτοιος που δεν ξέρει πώς να αντιδράσει στη φροντίδα του λειτουργού, γιατί έμαθε πως η στοργή και η δέσμευση πρέπει ν' εκδηλώνεται με χάδια και φιλιά. Κατά την Νταλβά, αυτό είναι η αγάπη. 

Κανένας από τους χαρακτήρες της ταινίας δεν βασίζεται σε αληθινά πρόσωπα. Η σκηνοθέτις επισκέφθηκε ένα κέντρο βοήθειας για νέους, όπου έγινε γνώστρια πολλών ιστοριών παιδικής κακοποίησης κι αυτή της η εμπειρία την βοήθησε να μιλήσει για το θύμα της ταινίας της, χωρίς να καταφύγει σε σκάνδαλα και μελοδράματα. Με το ντεμπούτο της αυτό η Εμανουέλ Νικό πραγματεύεται ένα εξαιρετικά ακανθώδες θέμα μ’ έναν βαθιά ειλικρινή και λεπτό τρόπο, χωρίς εκμετάλλευση ή εκ νέου θυματοποίηση, αλλά και χωρίς τον φόβο μήπως προκαλέσει τη δυσφορία του θεατή. Παραμένει σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας κοντά στην ηρωίδα της, όσο εμείς γινόμαστε μάρτυρες της σταδιακής της μεταμόρφωσης.

Μερικοί από τους μικρούς που εμφανίζονται στην ταινία είναι ερασιτέχνες, η σκηνοθέτιδα παρ’ όλα αυτά έχει καταφέρει να αποσπάσει εξαιρετικές ερμηνείες. Εκείνη φυσικά που ξεχωρίζει είναι η Σαμσόν, με την εκπληκτική κι ώριμη ερμηνεία της. Η αυτοπεποίθησή της είναι αξιοσημείωτη, παρόλο που συνεχώς κλονίζεται. 

Η ταινία είναι αργή και σκληρή, δίνει όμως την ευκαιρία να εξετασθούν θέματα όπως η αιμομιξία και η παιδεραστία από τη σκοπιά του θύματος.

Ανδρέας Κουταλάς
Το  κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα popitandmovieon.blogspot.com

Smart Search Module