Μενού

ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ - Βασίλης Κεχαγιάς

2115 7

Από τον Πλάτωνα ακόμη βασάνιζε το ερώτημα αν είναι τέχνη η μαγειρική  («οψοποιητική», όπως την ονόμαζε)  και ο Βιετναμέζος στην καταγωγή  σκηνοθέτης Τραν Αν Χουγκ, χρόνια μετά, απαντά με βεβαιότητα πως «ναι», στέλνοντας μια ταινία ως επιχείρημά του. «Στη φωτιά» ο ελληνικός τίτλος της, γαλλική η παραγωγή και οι αίθουσες θα την υποδεχτούν στις 9 Νοεμβρίου, αφού πρώτα πραγματοποίησε την εμφάνισή της ως εναρκτήρια ταινία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

Για να ενισχύσει τη θέση του, ο Τραν Αν Χουγκ αποφασίζει να μαγειρέψει με την πρώτη ύλη του σινεμά, το φως. Για την ακρίβεια, επιλέγει να αποδείξει την απλή πράξη φως + κάμερα = κινηματογράφος. Το δίκαιο βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών αποτελεί την τυπική επιβράβευση της απόδειξης, ενώ η εξέλιξη του φιλμ μοιάζει με πρόχειρο εγχειρίδιο μιας ολόκληρης σειράς ζωγράφων. Οι κλειστοί χώροι ευωδιάζουν Ρέμπραντ, με τα κεριά να φωτοσκιάζουν το υπόγειο, όπου πραγματοποιείται η μυσταγωγία της μαγειρικής. Κάθε κίνηση των πρωταγωνιστών περιγράφεται από τους ίδιους σαν μια πινελιά σε ένα καμβά όπου η κάμερα αναλαμβάνει το ρόλο παλέτας, προκειμένου να πλησιάσει τη «φωτιά» της δημιουργίας. Σε εκείνο το σημείο ακριβώς ο Τραν Αν Χουγκ ταυτίζει την τέχνη της «οψοποιητικής» με αυτήν που ο ίδιος υπηρετεί: αν  ο κινηματογράφος κατέχει από μιας αρχής τη θέση του στο λεύκωμα των τεχνών, σχεδόν τον χρησιμοποιεί σαν όργανο για να τον ταυτίσει με ό,τι εξελίσσεται στο εσωτερικό μιας κουζίνας.

Όταν η κάμερα ανεβαίνει στον πάνω όροφο, οι συζητήσεις μεταξύ των συνδαιτυμόνων θυμίζουν κριτικούς που απολαμβάνουν, χωρίς όμως να μετέχουν στον πυρετό της δημιουργίας. Κι όταν η κάμερα βγαίνει στους εξωτερικούς χώρους, προκειμένου να συνδέσει τα εδέσματα με τη φύση, η οποία ουσιαστικά τα προσφέρει, τότε το λόγο παίρνουν οι εμπρεσιονιστές, θυμίζοντας πότε Ρενουάρ και άλλοτε το «Γεύμα στην εξοχή» και τις εικόνες του Μονέ ή του Μανέ. Εκεί όπου πραγματοποιεί ένα θαύμα ο σκηνοθέτης είναι όταν αναμειγνύει τα εσωτερικά με τα εξωτερικά πλάνα στο ίδιο καδράρισμα, με την εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία του φωτός να επιτυγχάνεται στην κατσαρόλα του, με έναν τρόπο που θα παρέπεμπε σε όψιμο Όρσον Ουέλλς.

Όλα τα προηγούμενα παραλληλισμένο με έναν έρωτα, ανάλογα  ασύμμετρης μίξης, αφού η μαγείρισσα του υπογείου (η Ζιλιέτ Μπινός χαρίζει όχι μόνον την άψογη και μελαγχολική ερμηνεία της, αλλά και την ιδανική για την περίπτωση φυσική της παρουσία) συναντάει τον μεγαλοαστό ιδιοκτήτη του πύργου, τον Ντοντέν Μπουφάν στο κοινό πάθος της μαγειρικής (Μπενουά Μαζιμέλ).  Μια ταξική απόσταση, που γεφυρώνεται από τη γκονταρική ρήση «η γυναίκα οργανώνει το μυστήριο και ο άνδρας είναι αυτός που προσπαθεί να το επιλύσει». Το παιχνίδι της ανοικτής ή κλειστής κρεβατοκάμαρας, όπως το «σκηνοθετεί» η ηρωίδα, όταν βρίσκει την άκρη του γάμου, φτάνει και σε ένα ρομαντικό τέλος της ζωής της. Τελευταία υπηρεσία του άνδρα, σε αντεστραμμένους ρόλους πλέον, ένα πιάτο με αχλάδι, φτιαγμένο στη φλόγα της διάπυρης επιθυμίας του: ίδιο με το σώμα της, που τόσο έξοχα κινηματογραφεί γυμνό ο Τραν Αν Χουγκ. Η γυναίκα αποτελεί τη μούσα του, την έμπνευσή του, στην ουσία, και όχι τη σύζυγό του, όπως και το τέλος αποκαλύπτει.

Πέρα από αυτά, η ταινία θα ήθελε να εκμεταλλευτεί την τρέχουσα ανά τον κόσμο μανία της «οπτικής κουζίνας» και του «φάτε μάτια ψάρια…» της εποχής. Μια ευκολία, ίσως, κυρίως σεναριακή, αλλά ένα νόστιμο κινηματογραφικό πιάτο, εν τέλει, μαγειρεμένο με πρώτη ύλη το φως, σερβιρισμένο στα λαίμαργα μάτια των θεατών.

Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα alterthess.gr

Smart Search Module