Μενού

ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ - Πάρις Μνηματίδης

2011 7

Με το «καλημέρα» σχεδόν, το νέο φιλμ του Anh Hung Tran επιχειρεί μια καλώς εννοούμενη επίθεση στις αισθήσεις του θεατή με μια τελετουργικά σκηνοθετημένη σεκάνς προετοιμασίας φαγητού, η οποία πέρα από τον αναπόφευκτο θαυμασμό που προκαλεί σε οπτικό και γαστρονομικό επίπεδο αποκαλύπτει και με τρόπο λεπτό πράγματα για τις δυναμικές που υπάρχουν σε σχέσεις ανάμεσα σε χαρακτήρες. Αυτή η μέθοδος, που φανερώνει πληροφορίες με την υπόνοια και που αναθέτει στο κοινό να ενώσει τις νοητές τελίτσες μέσα από φράσεις, χειρονομίες και αντιδράσεις, χαρακτηρίζει και το σύνολο του σεναρίου, και σε συνδυασμό με μια τεχνική κινηματογράφησης που παίρνει τον χρόνο της προκειμένου να αναπτύξει τη δράση αποτελούν στοιχεία ενός σινεμά που δυστυχώς σπανίζει όλο και περισσότερο σήμερα, αλλά που εδώ ευτυχώς υπενθυμίζεται εμφατικά η ύπαρξή του, με ένα σκεπτικό συγκινητικά ρομαντικό.

Η ανάλυση που επιχειρείται έχει παραπάνω από μία διαστάσεις. Η ερωτική σχέση που βρίσκεται στο επίκεντρο μπορεί να διαβαστεί τόσο υπό ένα φεμινιστικό πρίσμα όσο και ταξικό. Ο Dodin του Benoit Magimel διεκδικεί τη Eugenie της Juliette Binoche επιβάλλοντας ουσιαστικά τους δικούς του όρους για το πώς θα πρέπει να συνυπάρχουν, να συνεργάζονται, να αγαπιούνται, όντας ο ίδιος σε μια προνομιακότερη θέση από άποψη κοινωνικού status χωρίς καν να συνειδητοποιεί πλήρως τις επιπτώσεις αυτής της ασυμμετρίας, με τη σύντροφό του να παίρνει λιγότερα εύσημα για τον τεράστιο κόπο της υλοποίησης ενός μεγάλου αριθμού πολύπλοκων συνταγών λόγω και της δομής της κοινωνίας της εποχής. Η αλληλεπίδραση ανάμεσά τους διέπεται μεν από ευγενή συναισθήματα, αλλά ο ανταγωνισμός που κρύβεται πίσω από την προαναφερθείσα συνθήκη προσθέτει μια ένταση που σχεδόν ποτέ δεν εξωτερικεύεται, καλύπτεται από τύπους ευγενείας κι επιδερμικές συνομιλίες, μέχρι που οδηγεί εμμέσως σε συγκεκριμένες εξελίξεις. Και οι σκηνές που οι ευκατάστατοι φίλοι του Dodin απολαμβάνουν πλουσιοπάροχα γεύματα εν μέσω συζητήσεων που δίνουν την εντύπωση πως πρόκειται απλά για διαγωνισμούς συλλογής πληροφοριών υπογραμμίζουν διακριτικά τη φούσκα μέσα στην οποία ζει το κοινωνικό σύνολο που, ειδικά τότε, είχε αποκλειστικά τη δυνατότητα της εξοικείωσης με την υψηλή κουζίνα σε επίπεδο καταναλωτή.

Θα μπορούσε να ειπωθεί πως το «Στη Φωτιά» είναι και μια υπόκωφη μελέτη σχετικά με τον επαναπροσδιορισμό της αρρενωπότητας. Παρότι φαινομενικά η χάρη και η ταπεινότητα της Eugenie βρίσκονται στο επίκεντρο της ιστορίας, ο Dodin είναι αυτός που ακολουθεί μια ορισμένη διαδρομή και σταδιακά αλλάζει. Το πώς δοκιμάζεται από διάφορες πλευρές το ειδύλλιο ανάμεσα στους δύο ήρωες αποτελεί και μια διαδικασία εσωτερικής αναθεώρησης για τον δεύτερο, βάζοντάς τον στη θέση να υιοθετήσει αλλιώτικες στάσεις, συχνά μάλιστα ωθώντας τον στο να «κάψει» εξ ολοκλήρου πεποιθήσεις που θεωρούσε δεδομένες ακόμη και στο μόλις προηγούμενο στάδιο αυτής της παρατεταμένης μεταβολής του. Η ωρίμανση και η συμφιλίωση έρχονται σε μια τελική σκηνή που δίνει μια υπερβατική πινελιά ως το έντονο τελείωμα ενός γεμάτου και συναρπαστικού «πιάτου».

Το ντουέτο των Binoche και Magimel είναι εξαιρετικό, τόσο οι μεμονωμένες ερμηνείες όσο και η μεταξύ τους χημεία αφήνουν ένα πολύ έντονο στίγμα κατά τη διάρκεια της θέασης. Αμφότεροι επιλέγουν τον εσωτερικό δρόμο ως προς το πώς να εκφραστούν, και ειδικά η πρώτη πετυχαίνει το οξύμωρο να εκπέμψει συναίσθημα καταπιέζοντάς το σχεδόν συνεχώς. Και στο τέλος είναι η δική της εικόνα που μένει περισσότερο στη μνήμη του κοινού και ας αφορά ο σεναριακός σκελετός περισσότερο τον συμπρωταγωνιστή της. Αλλά και η παρουσία του δεύτερου είναι άκρως πολύτιμη, γίνεται αντιληπτή ως το πορτρέτο ενός ανθρώπου που είναι εγκρατής περισσότερο λόγω θέσης παρά λόγω ιδιοσυγκρασίας, κάτι που φανερώνεται περισσότερο στα ξεσπάσματά του που λαμβάνουν χώρα στο δεύτερο μισό. Η εσωτερική του διαμάχη μέχρι την οριστική συνειδητοποίηση αποδίδεται με λεπτότητα κι ευαισθησία από τον Magimel.

Όλα θα μπορούσαν να είχαν μείνει στην «πίστα» μιας όμορφης παρέλασης εικόνων με εκθαμβωτική φωτογραφία, όμως ο Anh Hung Tran δείχνει μια τέτοια αφοσίωση, κυρίως στο ζευγάρι που καταγράφει με τον φακό του και δευτερευόντως στον περίγυρο που του επιβάλλει συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφορών, ώστε η εγκεφαλική ευχαρίστηση να βρίσκεται σε ισοπαλία με την αντίστοιχη οπτική. Η μεθοδική δομή, που στηρίζεται πάνω στην παρατήρηση του εν λόγω ντουέτου και στο πόσο οι δράσεις του αντικατοπτρίζουν ή αποκρύπτουν τον εσωτερικό του κόσμο, αναγκαστικά βάζοντας τον θεατή σε ένα παιχνίδι διαρκούς εντοπισμού, κάνει τη διάρκεια των 145 λεπτών να φαντάζει ακόμη και σχετικά μικρή και απογειώνει το σύνολο, καθιστώντας το μια εμπειρία που απαιτεί έναν τρόπο παρακολούθησης αναλυτικό και προσεκτικό για να ξεδιπλώσει όλες τις χάρες του.

Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module