Μενού

CHINATOWN (Επαν.) - Γιώργος Ξανθάκης

2011 7

Ο πολωνός Roman Polanski έχτισε μία από τις πιο έξυπνες, ανησυχητικές και σκοτεινές φιλμογραφίες στην ιστορία του κινηματογράφου, σχεδόν πάντα με θεματικό πυρήνα το «Κακό»: συγκεκριμένο ή αφηρημένο, ανθρώπινο ή σατανικό, ρεαλιστικό ή ψυχολογικό. Σκηνοθέτης με εντελώς προσωπικό όραμα, έκανε ταινίες που αφορούν σχεδόν πάντα τη ματαιότητα της αρετής. Οι ήρωές του είναι συχνά αθώα θύματα ή καλοπροαίρετοι απροσάρμοστοι που φαίνονται αδύναμοι απέναντι στις κακοήθεις δυνάμεις του Σκότους, με την τελική ήττα τους να είναι αναπόφευκτη. Αυτή η απαισιόδοξη αντίληψη για την απόλυτη υπεροχή του ”Κακού” που διατρέχει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του ίσως πηγάζει από τις τραυματικές εμπειρίες του ως παιδί (επέζησε από τα γκέτο στη ναζιστική Πολωνία, αλλά η μητέρα του πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης), ενώ και στην ενήλικη ζωή του ενεπλάκη σε τραγικά γεγονότα όπου είχε ρόλο θύματος αλλά και θύτη.

Η γκαλερί των κατεστραμμένων χαρακτήρων των ταινιών του περιλαμβάνει την ψυχωτική Κριστίν, τρομοκρατημένη με τους άντρες και το σεξ («Αποστροφή»), τον δειλό και ανίκανο σύζυγο του «Η Νύχτα των Δολοφόνων», του πιο διφορούμενου και «μπεκετιανού» έργου του, τη γλυκιά και μάχιμη Ρόζμαρι, εμμονική με την ιδέα ότι γέννησε το παιδί του Σατανά (“Το Μωρό της Ρόζμαρι”, αξεπέραστο αποκορύφωμα της φαύλης θεολογίας του), τον διωκόμενο πολωνοεβραίο εξόριστο Τρελκόφσκι -τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο Polanski- εγκλωβισμένο στο διαμέρισμα του « Ενοίκου». Ωστόσο, ο πολωνός σκηνοθέτης προβάλλει ένα διττό, αμφίθυμο πρόσωπο: δίπλα στον «ποιητή του κακού», στέκεται ένας έξοχος τεχνίτης που προσαρμόζει τους κινηματογραφικούς κανόνες στην παλλόμενη ουσία του έργου του.

Το «Chinatown», αδιαμφισβήτητο magnus-opus του Polanski, έχει εδραιώσει τη θέση του ως θεμελιώδες νέο-νουάρ που συχνά μελετάται σε κινηματογραφικά μαθήματα για την αφήγηση, τη σκηνοθεσία και το θεματικό του βάθος. Η πλοκή αναφέρεται στο έτος 1937, όταν η ξηρασία έπληττε το Λος Άντζελες. Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Jake Gittes (Jack Nicholson) προσλαμβάνεται για μια έρευνα μοιχείας από μια γυναίκα που ισχυρίζεται ότι είναι η Evelyn Mulwray (Diane Ladd), της οποίας ο σύζυγος Hollis (Darrell Zwerling) είναι επικεφαλής της υπηρεσίας υδάτων τμήματος νερού. Ο Jake βγάζει φωτογραφίες του Hollis με μια νεαρή κοπέλα στη λίμνη Έκο. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδη είδηση, αλλά ο Jake συνειδητοποιεί ότι χρησιμοποιήθηκε για να δυσφημήσει τον Hollis που έχει ισχυρούς εχθρούς επειδή αντιτίθεται στην κατασκευή ενός φράγματος. Η πραγματική Evelyn Mulwray (Faye Dunaway), κόρη του μεγιστάνα Noah Cross (John Huston) που κάποτε ήταν συνέταιρος του Hollis, δεν προσέλαβε ποτέ τον ντετέκτιβ και τον απειλεί με μήνυση. Σύντομα ο Hollis βρίσκεται νεκρός, με τον νεκροθάφτη να αστειεύεται: «Μόνο στο Λος Άντζελες ο επίτροπος νερού μπορεί να πνιγεί εν μέσω ξηρασίας». Υποψιαζόμενος ότι είναι πιόνι σε ένα παιχνίδι πολιτικής ή εταιρικής ίντριγκας, ο Gittes ξεκινά τη δική του έρευνα και σύντομα συνειδητοποιεί ότι έχει να αντιμετωπίσει έναν παντοδύναμο, επικίνδυνο και πανούργο αντίπαλο. Εντωμεταξύ κάποιοι ρίχνουν στη θάλασσα τεράστιες ποσότητες πολύτιμου νερού από τις δεξαμενές της πόλης. Γιατί όμως;..

Το «Chinatown» είναι μια επανάγνωση του φιλμ νουάρ προσαρμοσμένο στο στυλ της δεκαετίας του ’70,  έγχρωμη και σε φορμάτ Panavision, με σχολαστική φροντίδα στην ιστορική αναπαράσταση, με ομορφιά και ακρίβεια των κοστουμιών και των σκηνικών. Η ιστορία και τα θέματά της αναφέρονται στην ατμόσφαιρα συνωμοσίας και βίας που στοίχειωνε τον αμερικανικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1970, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες πληγώθηκαν από τις δολοφονίες των αδελφών Κένεντι, τον πόλεμο του Βιετνάμ και το Γουότεργκεϊτ. Η αστυνομική έρευνα, η οποία ξεκινά με πολύ μπανάλ τρόπο, αποκαλύπτει σταδιακά μια ισχυρή πολιτική διάσταση και καταγγέλλει τη γενικευμένη διαφθορά, τη διαστροφή ενός ολόκληρου συστήματος και ενός τρόπου σκέψης που θεμελιώθηκε με την επικράτηση του δίκαιου του ισχυρού. Η θλιβερή διάθεση και ο ζοφερός αέρας μοιρολατρίας που αιωρούνται σε κάθε κάδρο υπονομεύονται από πινελιές σαρδόνιου χιούμορ -ο Polanski επέλεξε να υποδυθεί τον νανοειδή τραμπούκο που κόβει τη μύτη του Nicholson σε μια από τις πιο αστείες στιγμές σε φιλμ νουάρ. Ταυτόχρονα υπάρχει μια συγκλονιστική λυρική ποιότητα, η οποία αναδύεται από την υποβλητική κινηματογράφηση του John A. Alonzo, και την απόκοσμα μελαγχολική παρτιτούρα του Jerry Goldsmith που τυλίγουν ολόκληρη την ταινία σε ένα μεθυστικό άρωμα μυστηρίου.

Ωστόσο το μεγαλείο του «Chinatown» οφείλεται κυρίως στο πολυεπίπεδο σενάριο του Robert Towne, που είναι βαθύτατα επικριτικό -με τη μαρξιστική έννοια- για το παρελθόν της Αμερικής. Ο Towne βασίστηκε σε ένα πραγματικό σκάνδαλο που έπληξε το Λος Άντζελες στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα, όταν πλούσιοι γαιοκτήμονες αγόρασαν φτηνά καλλιεργήσιμη γη και την ενσωμάτωσαν στην πόλη, αποκτώντας έτσι τον έλεγχο στην παροχή νερού της περιοχής. Η απροσδιόριστη αίσθηση απειλής ενός υφέρποντος Κακού διαποτίζει μια σειρά από σεκάνς που καθεμιά διαψεύδει την προηγούμενη, επικαλύπτοντας το κοινωνικό και το ιδιωτικό δράμα και ευθυγραμμίζοντας κάθε δευτερεύουσα λεπτομέρεια σε ένα απόλυτα συμπαγές σύνολο. Με τον τρόπο αυτό, όταν ο Gittes λύνει το μυστήριο του θανάτου του αρχιμηχανικού της υπηρεσίας ύδρευσης συνειδητοποιεί  ότι έχει αποκαλύψει ένα σκάνδαλο διαφθοράς, τόσο πολιτικής όσο ηθικής και σεξουαλικής. Η οικειοποίηση της αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο, η έλλειψη πολλών σκηνών δράσης και ο σκόπιμα αργός ρυθμός συντελούν στην προοδευτική αύξηση της έντασης του δράματος προς τη ζοφερή και τρομακτική κορύφωσή του. Αντίθετα από την πρόθεση του Towne, o Polanski επέβαλε ένα ζοφερό φινάλε που διαδραματίζεται στη συνοικία της Chinatown και είναι αντάξιο της ελληνικής τραγωδίας, φέρνοντας στον νου τον Οιδίποδα.

Στο «Chinatown» το απόλυτο «Κακό» ενσαρκώνεται από μια πατριαρχική φιγούρα που συνδυάζει ασύμμετρη δύναμη και διαστροφή. Τι πιο ταιριαστός ρόλος για τον μέγιστο John Huston, τον  δημιουργό κλασικών νουάρ αλλά και μιας υπερπαραγωγής της Βίβλου όπου ερμήνευσε τον Νώε, ενώ εδώ δανείζει την περσόνα του στον εωσφορικό «Νώε»/Noah Cross. Απολύτως διεφθαρμένος, διαβολικά γοητευτικός και σίγουρος για την ασυλία που του εξασφαλίζουν ο πλούτος και η φήμη του, αν και ηλικιωμένος έχει τη μανιακή βούληση να «αγοράσει το μέλλον». Η δύναμή του πηγάζει από την ικανότητά του να εκλογικεύει τις ανήθικες πράξεις του: «Οι περισσότεροι άνθρωποι ποτέ δεν διαπιστώνουν… ότι τη σωστή στιγμή, στο σωστό μέρος, είναι ικανοί για το οτιδήποτε».

Η σκοτεινά εσωστρεφής ερμηνεία του Nicholson μαρτυρά τα υπαρξιακά του αδιέξοδα, αηδιασμένος από όσα ανακαλύπτει για τους ανθρώπους. Όταν τον ρωτούν: «Είσαι μόνος;», απαντά  «Όλοι δεν είναι;» Αυτή η μοναξιά είναι χαρακτηριστική για τους νουάρ ήρωες των Dashiel Hammett και Raymond Chandler -ήρωες που λεηλατούν τα μυστικά των άλλων ενώ καταδιώκονται από τα δικά τους · το τραγικό παρελθόν του Gittes συνδέεται με την κινεζική συνοικία. Η Dunaway είναι όμορφη και σαγηνευτική, αλλά διφορούμενη και εσωτερικά κατεστραμμένη. Στην πιο συγκλονιστική στιγμή της ταινίας, πιεσμένη αφόρητα από τον Nicholson αποκαλύπτει το νοσηρό μυστικό για τη μυστηριώδη «ερωμένη» του συζύγου της:  «Είναι η αδελφή μου»… «Είναι η κόρη μου», για να ξεσπάσει: «είναι η αδερφή μου και η κόρη μου!»

Το «Chinatown» είναι ένα αριστουργηματικό φιλμ νουάρ με εύπλαστο υλικό, ένα οπτικό ποίημα για την ήττα της εντιμότητας και την επικράτηση της διαφθοράς, με ασαφή σημεία αναφοράς και δυσδιάκριτα όρια μεταξύ Καλού και Κακού. Η ήττα, που αιωρείται διαρκώς σαν αόρατο εκτόπλασμα πάνω από τους πρωταγωνιστές, βρίσκει μια βαλβίδα απελευθέρωσης, ένα κανάλι εξόδου, και το Κακό διαχέεται παντού. Το «Chinatown» του τίτλου  είναι μια προφανής μεταφορά για το χάος της ανθρώπινης κατάστασης, αλλά κι ένα σκοτεινό και άνομο μέρος ως πεδίο κορύφωσης της τραγωδίας. Από αυτή την άποψη, η τελική φράση της ταινίας είναι εμβληματική: «Ξέχνα το, Τζέικ. Εδώ είναι η Τσάιναταουν».

Γιώργος Ξανθάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module