Μενού

ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ - Γιάννης Ζουμπουλάκης

2106_6

Αρκετά τα στοιχεία που κινούν το ενδιαφέρον του θεατή στην τελευταία ταινία του Βιετναμέζου Τραν Αν Χουνγκ, η οποία μας βάζει στον κόσμο του Ντοντέν (Μπενουά Μαζιμέλ) ενός πλούσιου Γάλλου γκουρμέ του προπερασμενου αιώνα και χτίζει, μέσα σε αυτόν τον κόσμο την σχέση του με την χαρισματική μαγείρισσα του Εζενί (Ζιλιέτ Μπινός) που εδώ και είκοσι χρόνια τον υπηρετεί πιστά.

Ένα από αυτά τα στοιχεία είναι το ίδιο το θέμα, ένας συνδυασμός γαστρονομικής απόλαυσης και ερωτικής ατμόσφαιρας μέσα στην κουζίνα όπου το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας λαμβάνει χώρα. Ένα άλλο είναι το στοιχείο της σιωπηλής εξάρτησης του Ντοντέν απέναντι στην Εζενί, με την οποία είναι ερωτευμένος αλλά συγχρόνως σέβεται την δική της ανάγκη για απόσταση.

Οι δύο ήρωες είναι πολύ καλά δουλεμένοι από τους ηθοποιούς που τους υποδύονται και ο σχεδόν χορογραφικός συγχρονισμός τους στην κουζίνα σε κερδίζει αμέσως. Και ένα τρίτο στοιχείο που σε κερδίζει είναι η επιμονή του σκηνοθέτη να κινηματογραφήσει την δημιουργία των πιάτων, κυριολεκτικά σαν μια ιεροτελεστία.

Η εισαγωγή της ταινίας είναι μια σκηνη ανθολογίας με την Μπινός βασίλισσα ανάμεσα σε τηγάνια, κατσαρόλες, κουτάλες, λαχανικά, κρεατικά, αλλαντικά, σάλτσες, μπακαρικά, λάδια, ψωμιά – ότι μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους σχετικό με τη μαγειρική. Χωρίς καθόλου διάλογο ο φακός του σκηνοθέτη καταγράφει με… όρεξη την ίδια την πράξη της μαγειρικής και συγχρόνως πλημμυρίζει την οθόνη με το εσωτερικο φως της Εζενί, την ίδια της την ψυχή, καθώς είναι ολοφάνερο στο λαμπερό πρόσωπό της ότι αυτό που κάνει όχι μόνο το αγαπά αλλά το βλέπει σαν ζωή της.

Φυσικά, από την ταινία δεν θα λείψουν οι ανατροπές που θα τονίσουν την τραγικότητα που με ένα περίεργο τρόπο, ούτως ή αλλως υποβόσκει διαρκώς (ίσως να οφειλεται στη μόνιμη μελαγχολία στο ύφος της Μπινός). Σε κάθε περίπτωση ο Τραν Αν Χουνγκ καταφέρνει να διατηρήσει μια αξιοθαύμαστη αρμονία ανακατεύοντας στην ίδια κατσαρόλα την γευσιγνωσία, την ποίηση και την ερωτική επιθυμία, δουλεύοντας και πάλι, τριάντα περίπου χρόνια μετά το «Αρωμα της πρασινης παπαγιας», σε ένα τερέν που του ταιριάζει πέρα για πέρα.

Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr

 

Smart Search Module