Μενού

ΞΕΡΑ ΧΟΡΤΑ - Γιάννης Ζουμπουλάκης

2051 3

Μια μαύρη κουκίδα στην μέση του απέραντου λευκού πουθενά το οποίο καλύπτει όλη την οθόνη. Η κουκίδα είναι ένα αυτοκίνητο, από το οποίο βγαίνει ένας άνθρωπος και αρχίζει να προχωρά προς το μέρος της κάμερας με δυσκολία, καθώς τα πόδια του βουλιάζουν μέσα στο πυκνό χιόνι. Η κάμερα αμετακίνητη, το πλάνο το ίδιο, ο χρόνος κυλά αργά. Είναι η πρώτη σκηνή της τελευταίας ταινίας του Τούρκου auteur Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν και σε προδιαθέτει αμέσως για την ατμόσφαιρά της.

Μονοπλάνα που δείχνουν ανθρώπους να συνομιλούν μέσα σε δωμάτια ή έξω στο ύπαιθρο, ανθρώπους να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους αλλά και με την φύση. Και η κάμερα του σκηνοθέτη σιωπηλά να τους παρατηρεί αφήνοντας εμάς, τους θεατές να βυθιζόμαστε, αργά αλλά σταθερά, μέσα στην χιονισμένη άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής. Βαριά σαν τον βαρύ χειμώνα που επικρατεί σε όλη της την διάρκεια (τρισήμιση ώρες!), η ταινία στηρίζεται από ένα σενάριο στιβαρό και πολυεπίπεδο (του ιδίου του Τσεϊλάν).

Κεντρικό πρόσωπο είναι ένας καθηγητής καλλιτεχνικών (Ντενίζ Τσελίλογλου) όνειρο του οποίου κάποια στιγμή να ξεφύγει από την απομόνωση στην οποία νοιώθει φυλακισμένος και να μετατεθεί στο κέντρο των πραγμάτων την Κωνσταντινούπολη. Ομως η μετάθεση θα γίνει το τελευταίο του μέλημα όταν βρεθεί αντιμέτωπος με την κατηγορία της ανάρμοστης συμπεριφοράς εξαιτίας ενός γράμματος με ερωτικό περιεχόμενο γραμμένου από μια μαθήτριά του, την οποία είχε «υπό την προστασία» του αλλά αργότερα αντιμετωπίζει αυστηρά.

Πάνω σε αυτόν τον κορμό ο Τσεϊλάν στήνει μια σειρά αξιοθαύμαστων σκηνών μέσα από τις οποίες αντιλαμβανόμαστε, με μικρές «πινελιές» την λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος (και όχι μόνο) μιας ολόκληρης χώρας. Δεν υπάρχει καμία διάθεση «καταγγελίας», διδαχής ή κατήχησης παρά μόνο το πως οι άνθρωποι εισπράττουν και διαχειρίζονται τις καταστάσεις που ζουν. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η ταινία, με πολύ έξυπνο τρόπο μιλά για την θέση της σύγχρονης, προοδευτικής Τουρκάλας στην Τουρκία του σήμερα. Μια συνάδελφος του δασκάλου σε σχολείο διαφορετικής πόλης (Μερβέ Ντιζντάρ – βραβείο ερμηνείας στο τελευταίο φεστιβάλ Καννών) θα βρεθεί ανάμεσα σε αυτόν και τον φίλο του (Μουσάμπ Εκιτσί), επίσης δάσκαλο.

Και πάλι σκηνές ατελείωτων διαλόγων μέσα από τους οποίους άλλοτε το πνεύμα του Αντον Τσέχοφ και άλλοτε, κατά κάποιο τρόπο ακόμα και εκείνο του Φραντς Κάφκα, «ποτίζουν» την ταινία που σε παρασύρει με την σιωπηλή, αργή ρευστότητά της, σαν να βυθίζεσαι και εσύ μέσα στο χιόνι της, περιμένοντας όπως ο δάσκαλος, την ηλιαχτίδα που θα μετατρέψει τα ξερά χόρτα σε φρέσκα.

Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr

 

Smart Search Module