Μενού

ΜΙΚΡΟΣ ΑΔΕΡΦΟΣ, Ο - Νίκος Παλάτος

1816 5

Μητέρα με δύο παιδιά φτάνει από την Ακτή Ελεφαντοστού στο Παρίσι των τελών της δεκαετίας του ’80, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Η προσαρμογή στο νέο περιβάλλον αποδεικνύεται μάλλον δύσκολη για όλους, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Παρά το γεγονός πως το ντεμπούτο της Λεονόρ Σεράιγ, «Μία Νέα Γυναίκα» (2017), πατούσε αναντίρρητα στα ίχνη της nouvelle vague, μετέδιδε (κι) έναν τόνο φρεσκάδας μιλώντας μια σύγχρονη γλώσσα που αφορούσε τον θεατή. Με τούτο το δεύτερό της εγχείρημα, η Γαλλίδα auteur συνεχίζει να κινείται στο πνεύμα του γενικότερου «ρεαλισμού», εδώ με εμφανείς επιρροές από το «Ο Ρόκο και τα Αδέλφια του» (1960), όμως, ρίχνοντας παράλληλες ματιές στο σινεμά των αδελφών Νταρντέν. Το σύγχρονο κοινωνικό réalitė που επιχειρεί η Σεράιγ δεν αναδύει το βαρύ άρωμα… μιζέριας των Βέλγων «πρωτοπόρων» του είδους (το γυροφέρνει μονάχα), εν τούτοις, αν για κάτι διακρίνεται, αυτό δεν είναι ούτε η φρεσκάδα του, ούτε η αφήγηση μιας ιστορίας που αφορά.

Καλύπτοντας μια εικοσαετή περίπου περίοδο, η Σεράιγ χωρίζει την ταινία της σε τρία ισομερή κεφάλαια, καθένα εκ των οποίων επικεντρώνει σε ένα από τα μέλη μιας οικογένειας μεταναστών (η οποία αποτελείται από την νεαρή μάνα Ροζ και τα δυο της αγόρια, τον δεκάχρονο Ζαν και τον μικρότερό του αδελφό, Ερνέστ). Η αφετηρία δίνεται με την άφιξή τους στο διαμέρισμα της αδελφής της Ροζ, στα προάστια του Παρισιού, όπου πρόκειται να φιλοξενηθούν για κάποιο διάστημα μέχρι να μπορέσουν να ορθοποδήσουν. Τούτο φαίνεται εξαρχής πως δεν θα είναι εύκολο, αφού η νεαρή μάνα, πάνω στην οποία (εύλογα) έχει βασιστεί όλο το οικοδόμημα της οικογενειακής μετανάστευσης, δείχνει πως διαθέτει ένα ελεύθερο πνεύμα που δεν ταιριάζει και τόσο με τον ρόλο της προστάτιδας – μητρικής φιγούρας.

Αναζητώντας διαρκώς την εφήμερη ερωτική σχέση και δίχως να ζυγίζει το βάρος των αποφάσεων της, η Ροζ μετακομίζει με τ’ αγόρια της από το Παρίσι στη Ρουέν της Νορμανδίας, ακολουθώντας εκεί έναν παντρεμένο λευκό Γάλλο με τον οποίο έχει συνδεθεί αισθηματικά. Η απόφασή της στέκει ως η πλέον καθοριστική για την διατάραξη της οικογενειακής ισορροπίας, συνθήκη που ουδέποτε δείχνει ικανή να επανέλθει στα ίσα της, όσες εκατέρωθεν υποχωρήσεις (αναγκαστικές ή μη) και να γίνουν. Όχι πως τα δυο της αγόρια (ο Ζαν, ειδικότερα) στέκουν ως πρότυπα παιδικής υπακοής και σύνεσης, όμως, αυτά έχουν το άλλοθι της παιδικής τους ηλικίας. Τα δικά τους κεφάλαια της ταινίας, άλλωστε, δεν είναι τίποτε άλλο από τυπικές ιστορίες ενηλικίωσης, με εφηβικούς έρωτες, ανυπακοή και «εξερεύνηση», ενταγμένες σταθερά στο μεταναστευτικό πλαίσιο.

Η Σεράιγ ήθελε να κάνει αυτή την ταινία αφού άκουσε σχετικές ιστορίες από τον σύντροφό της (ο οποίος μετανάστευσε από την Αφρική στη Γαλλία). Ενώ μπορεί κανείς να διακρίνει τις ευγενείς της προθέσεις, η τυπολατρική και αποστασιοποιημένη προσέγγιση, που συχνά προκύπτει από την αφήγηση από δεύτερο χέρι, δεν κρύβεται. Υπήρχαν στιγμές που μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως η Σεράιγ κινηματογραφούσε στ’ αλήθεια επί μια εικοσαετία την Ροζ και τα παιδιά τους, και αφού επέλεξε κάποια από τα «επεισόδια» της ζωής τους (τα οποία μόνταρε με μια αλά «Aftersun» προσέγγιση ξεφυλλίσματος φωτογραφικού album), κατέληξε να τα παρουσιάσει ως έργο fiction. Η εντελώς ξεκάρφωτη φάση στο château αποτελεί ένα άκρως χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κάπου στο βάθος φαίνεται να υπάρχει μια χαλαρή αφηγηματική σύνδεση των επιμέρους ιστοριών (κυρίως χάρη στην εξέλιξη του χαρακτήρα του μικρού Ερνέστ), όμως, όλα όσα διαδραματίζονται στο φιλμ είναι τόσο ψυχρά και τυποποιημένα, που αδυνατούν να προκαλέσουν όχι μόνο τη συγκίνηση, αλλά και το ενδιαφέρον.

Το φόντο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος περιορίζει αισθητά την όποια διάθεση ενός ευρύτερου πολιτικού σχολιασμού της μεταναστευτικής πολιτικής της Γαλλίας (και δη σε ό,τι αφορά τις πρώην αποικίες της χώρας) και όταν το κάνει (κάπου πριν το φινάλε), τότε αγγίζει τη γραφικότητα. Οι τρεις βασικοί ήρωες γρήγορα μπαίνουν σε καθεστώς ενός επαναλαμβανόμενου προσωπικού καταστασιακού, τικάροντας κάθε τόσο τα εκ των ων ουκ άνευ κουτάκια των συμπεριφορών τους. Μια δόση αντιδραστικού εφηβικού ξεσπάσματος, ένας πικρός έρωτας, μια αθώα παιδική φιλία, ένα συναπάντημα με την Αστυνομία και αρκετά ανάλογα στερεότυπα ακόμη, τα οποία μπορεί να διατηρούν μια «ντοκιμαντερίστικου» τύπου γνησιότητα, εν τούτοις, ταυτόχρονα δείχνουν εντελώς ανώφελα.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Εξ ορισμού, ο «Μικρός Αδερφός» απευθύνεται σε ένα ιδιαίτερα μικρό κοινό, αφού δεν πρόκειται μόνο για καραμπινάτη περίπτωση art-house, αλλά (επιπλέον) διαθέτει και έντονο… μαύρο χρώμα, κάτι που στη χώρα μας αποδεδειγμένα δεν τσουλάει (λυπηρή πραγματικότητα, με πολλές και αρνητικότατες «ερμηνείες»). Σε όσους άρεσε το «Μία Νέα Γυναίκα» (σηκώνω χέρι), θέλω να εξομολογηθώ πως θα απογοητευτούν διπλά με τούτο το δεύτερο σκηνοθετικό βήμα της Λεονόρ Σεράιγ.

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module