Μενού

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ - Νίκος Παλάτος

1816 5

Διευθυντής σε εργοστάσιο αμερικανικής πολυεθνικής στη Γαλλία λαμβάνει εντολή να προβεί σε σημαντικό αριθμό απολύσεων. Διαφωνώντας με την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης απόφασης, αναζητά λύσεις για να την ανατρέψει. Τα χέρια του, όμως, είναι μάλλον δεμένα.

Με το «Ένας Άλλος Κόσμος», ο σκηνοθέτης Στεφάν Μπριζέ μάλλον ολοκληρώνει τον κύκλο της άτυπης τριλογίας σύγχρονου εργασιακού προβληματισμού, τον οποίο άνοιξε πριν από οκτώ χρόνια. Στο «Ο Νόμος της Αγοράς» (2105) εξέταζε το θέμα της ανεργίας από τη σκοπιά ενός φρεσκοαπολυμένου υπαλλήλου, ενώ στο «Σε Πόλεμο» (2018) καταπιάνονταν με τις μαζικές απολύσεις εργατών, κοιτώντας το πρόβλημα μέσα από τα μάτια του συνδικαλιστικού κινήματος. Με τούτο τον «Άλλο Κόσμο», ο Μπριζέ περνά στην απέναντι πλευρά, εξερευνώντας τις τακτικές της καπιταλιστικής εργοδοσίας του 21ου αιώνα από την πλευρά των manager. Στο ηθικό κομμάτι των ιδεών του, ουδείς μπορεί να τον κατηγορήσει, καθώς παραμένει πιστός σε όσα μας έχει δείξει στο παρελθόν, προτάσσοντας αλληλεγγύη κι ανθρωπιά (εν προκειμένω, ίσως στα όρια του… φανταστικού!). Στο αμιγές κινηματογραφικό, παρουσιάζει αφηγηματική βελτίωση σε σχέση με την μονότονη… συνέλευση εργαζομένων του «Πολέμου», εν τούτοις, φαίνεται πως ο σεναριακός εμπλουτισμός των εργασιακών προβληματισμών με την υποπλοκή των συζυγικών προβλημάτων έχει μπει στο έργο για να υπάρχει μια κάποια ποικιλία και όχι για να προσφέρει κάτι το ουσιαστικό.

Το ξεκίνημα στο δικηγορικό γραφείο δημιουργεί την εντύπωση πως το βασικό θέμα του φιλμ θα είναι παραπλήσιο του «Μετά τον Χωρισμό» (2017), με οικονομικές – συζυγικές διαφορές αντί για κατηγορίες περί ενδοοικογενειακής βίας. Γρήγορα, όμως, τα προβλήματα του επικείμενου διαζυγίου του Φιλίπ με τη γυναίκα του, Ανν, ξεχνιούνται (κοινώς, η Σαντρίν Κιμπερλέν κρατά διακοσμητική θέση στην πλοκή), έναντι των σοβαρότατων εξελίξεων στο εργοστασιακό μέτωπο, του οποίου ο πρώτος ηγείται. Οι σκοτούρες της διευθυντικής θέσης του Φιλίπ μάλλον φέρουν σημαντική μερίδα ευθύνης για τον χωρισμό, αλλά αυτή η προοπτική ελάχιστα αφορά το σενάριο του Μπριζέ (και του μόνιμου συνεργάτη του, Ολιβιέ Γκορς). Η θυσία του ανθρώπου στο βωμό του επιχειρηματικού κέρδους στέκει ως ο απόλυτος προβληματισμός του φιλμ, με τα υπόλοιπα ν’ αποτελούν αχρείαστες (τελικά) γαρνιτούρες (στο βάθος υπάρχει κι ένας γιος με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας…).

Ο χειρισμός του βασικού θέματος από τον Γάλλο auteur δεν διαφέρει σε τίποτα από τα προηγούμενα έργα του, τουτέστιν κι εδώ ακολουθείται μια διαδρομή «ντοκουμέντου», όπου μέσω των πυκνών και καλογραμμένων διαλόγων εξερευνώνται πρόσωπα και διαθέσεις. Σαφέστατα επιλέγει πλευρά, μιας και η διευθυντική οπτική του Φιλίπ ελάχιστα διαφέρει από εκείνη των εργατών του, ανεξαρτήτως των παλινωδιών στις οποίες υποπίπτει, όντας αναγκασμένος να πατάει σε δυο βάρκες. Ο επιχειρούμενος αλληλέγγυος ανθρωπισμός του καλού manager είναι αξιοθαύμαστος με τον τρόπο που παρουσιάζεται εδώ, όμως, προσωπικά έχω σοβαρότατες αμφιβολίες για το κατά πόσο ένας διευθυντής σε θυγατρικό εργοστάσιο πολυεθνικής εταιρείας θα έχανε τον ύπνο του επειδή θα έπρεπε να προβεί σε περικοπές προσωπικού. Περισσότερο με ευσεβή πόθο μου έκανε η φιγούρα του Φιλίπ, παρά σε κάτι που μπορεί να βασίζεται στην πραγματικότητα της με κάθε κόστος μεγιστοποίησης του κέρδους.

Οι ευσεβείς πόθοι και τα όνειρα, από μόνα τους, ασφαλώς και δεν είναι κατακριτέα. Το άλυτο πρόβλημα του Μπριζέ είναι πως σερβίρει τις αξιέπαινες ιδέες του μ’ έναν τρόπο που ουδόλως αφήνει περιθώρια στον θεατή ώστε να τις αμφισβητήσει, με το επιπλέον στοιχείο να είναι πως τούτη αποτελεί στην ουσία μια… «τρίτη version» του ίδιου έργου. Δεν ανοίγεται κανένα παράθυρο ελιγμών στον «Άλλο Κόσμο», με το στόρι να οδηγείται σταθερά σε μια ασφαλή διαδρομή ηθικής, την οποία θα έπρεπε να είσαι πολύ σκατόψυχος για να την κακολογήσεις. Τα δεμένα χέρια του Φιλίπ έναντι της Wall Street, δηλαδή, «δένουν» το σύνολο της ταινίας σ’ ένα πλαίσιο προϋποθέσεων, τις οποίες είναι αδύνατον ν’ αντικρούσεις με αρνητική διάθεση, με τελευταίο και καλύτερο το ηρωικό γράμμα του φινάλε. Μοιάζει, όμως, σαν να επαναλαμβάνει συνεχώς τον ίδιο σκοπό ο Μπριζέ, μέχρι να σε αναγκάσει να σφυρίξεις κι εσύ μαζί του. Πόσω μάλλον όταν, εκ των προτέρων, συμφωνείς με τις θέσεις του.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Στρατευμένο σινεμά, στα πρότυπα των προηγούμενων «εργατικών» ταινιών του Στεφάν Μπριζέ, που ναι μεν λέει αλήθειες, όμως, ενίοτε δείχνει ν’ ανήκει σε «Έναν Άλλο Κόσμο»… κυριολεκτικά. Δεν πλατειάζει όσο ο αντικινηματογραφικός «Πόλεμος», δεν λέει και κάτι το φοβερά διαφορετικό απ’ όσα είχε δηλώσει «Ο Νόμος της Αγοράς», παρά την μετατόπιση της ματιάς προς τα διευθυντικά στρώματα. Κρύβει σημεία ταύτισης για το ντόπιο κοινό το φιλμ, όμως, ταυτόχρονα κι έναν εύκολο διδακτισμό, κατά τα ειωθότα του σκηνοθέτη. Επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως ή… αρχή της βαρεμάρας; Περισσότερο το πρώτο εν προκειμένω, δίχως να παύει ο κίνδυνος του δεύτερου (τουλάχιστον) για τους γνώστες των προηγούμενων «επεισοδίων».

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module