Μενού

ΑΝΑΛΩΣΙΜΟΙ 4, ΟΙ - Νίκος Παλάτος

1816 5

Όταν πυροκροτητές πυρηνικών κεφαλών πέφτουν στα χέρια αδίστακτου εμπόρου όπλων, ο Μπάρνεϊ Ρος συγκεντρώνει (ξανά μανά…) την ομάδα του για να προλάβει ακόμα κι έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο! Η σκιά άγνωστου «φίλου» απ’ τα παλιά, όμως, πέφτει βαριά πάνω από τη νέα του αποστολή.

Πίσω από την ιδέα του project των «Αναλώσιμων» κρυβόταν (θεωρητικά) το απενοχοποιημένο trash των βιντεοκλαμπάδικων ταινιών ξύλου, σε συνδυασμό με χαβαλέ τύπου γαλαρίας. Ατυχώς, στην πράξη, τίποτα απ’ αυτά δεν αποτυπώθηκε πλήρως επί της οθόνης, σε καμία από τις τρεις προηγούμενες ταινίες του franchise (πια), καθώς αν για κάτι διακρινόταν κάθε μία απ’ αυτές (πέρα από την όποια νοσταλγική διάθεση για τα παλιά εκείνα χρόνια και τις σκόρπιες εκλάμψεις πετυχημένου αυτοσαρκασμού), ήταν για τη φτήνια που ανέδυε σε όλους τους τομείς παραγωγής της. Τούτο το τρίτο sequel, το οποίο καταφθάνει στις αίθουσες εννέα ολόκληρα χρόνια έπειτα από το δεύτερο, θα ήθελε (υποθέτω) να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, διορθώνοντας τα κακώς κείμενα των προκατόχων του. Σε ό,τι αφορά το αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο της σειράς, ομολογουμένως τα καταφέρνει (κάτι όχι και τόσο δύσκολο, ασφαλώς, μιας και για να τα πήγαινε χειρότερα θα όφειλε να καταβάλει σπουδαία προσπάθεια). Συνολικά, όμως, «Οι Αναλώσιμοι 4» μένουν για ακόμη μια φορά στη θεωρία, αδυνατώντας να περάσουν στην πράξη του αληθινού fun, απενεχοποιημένου ή μη.

Ο βασικός λόγος για τον οποίο αναφέρομαι σε μικρή βελτίωση (πάντα σε σχέση με το προηγούμενο), έχει να κάνει με το γεγονός πως το φιλμ μοιάζει περισσότερο να είναι μια προσωπική περιπέτεια του ήρωα που υποδύεται ο Τζέισον Στέιθαμ, παρά original «Αναλώσιμοι». Λειτουργεί κάπως ανανεωτικά αυτή η spin-off προσέγγιση, καθώς ο Άγγλος action hero «το ‘χει», πλην όμως, κάπου η ιδέα φαίνεται να εγκαταλείπεται. Αυτό, άλλωστε, συνέβη και στ’ αλήθεια με το αρχικό πλάνο του φιλμ, που για κανονικό spin-off προοριζόταν (με τον Κρίστμας του Στέιθαμ να κρατά στο ενδεχόμενο αυτό τα ηνία της πλοκής), μέχρι τα συνεχή μπρος πίσω της παραγωγής να καταλήξουν στο να σερβίρουν το εγχείρημα ως… «Αναλώσιμοι 4», με κόψε ράψε σε σενάριο και ύφος. Τούτη η λεπτομέρεια εξηγεί τον πολύ μικρό χρόνο εμφάνισης του de facto ηγέτη του franchise Σιλβέστερ Σταλόνε, ο οποίος αφήνοντας την ιδιότητα σεναριογράφου, σκηνοθέτη και… πρωταγωνιστή που κρατούσε στα προγενέστερα, φαίνεται πως κάνει εδώ στην άκρη, τόσο για τον Στέιθαμ, όσο και για τους νεοφερμένους του καστ. Και μ’ αυτούς τους δεύτερους αρχίζουν τα… «ωραία».

Όσο χάλια και να ήταν τα προηγούμενα φιλμ της σειράς, δεν γινόταν να μην παραδεχτείς πως οι ηθοποιοί οι οποίοι συμμετείχαν σ’ αυτά αποτελούσαν γερόλυκους στο genre του… «ελάτε να σας δείρω», με τον Στέιθαμ… τελευταίο των Μοϊκανών ανάμεσα τους, να λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ή και ως κράχτης για τους νεαρότερους θεατές. Όλοι τούτοι οι ξενέρωτοι που παίζουν εδώ χάμω, δηλαδή οι κάθε λογής 50 Cent (που περιφέρεται μπουρδολογώντας), Λέβι Τραν (που περιφέρεται κάνοντας κωλοδάχτυλα), Τζέικομπ Σίπιο (που μπουρδολογεί δίχως καν να περιφέρεται!), Μέγκαν Φοξ (βλέπε παρακάτω) και δε συμμαζεύεται, που ακριβώς έχουν καταθέσει διαπιστευτήρια ξύλου ώστε να λογίζονται ως έμπειροι «Αναλώσιμοι»; Πρόκειται για casting καρνάβαλο, που αν σε κάτι θα μπορούσε να ταιριάζει πραγματικά θα ήταν στο sequel του «The Κόπανοι» (1986) και όχι σε φιλμ μπουνιών μετά πιστολιδίων κι εκρήξεων, το οποίο ως κορώνα στο κεφάλι του φορά (και καλά) τις VHS του ραφιού «περιπέτειες». Ο Ταϊλανδός Τόνι Τζάα, ο οποίος εμφανίζεται σε ρόλο sidekick του Λι Κρίστμας, τονίζοντας την… εγκατελλειμένη spin-off διάθεση του φιλμ, κάπως το παλεύει (με τη μικρή του, έστω, παρουσία), δείχνοντας πως αν μη τι άλλο ξέρει να δέρνει ο άνθρωπος, σε αντίθεση με την Μέγκαν Φοξ, ας πούμε, που εάν υπάρχει ένας τομέας τον οποίο δείχνει να γνωρίζει καλά είναι το (αποτυχημένο) botox, αιτία που η μούρη της (δυστυχώς) έχει παραμορφωθεί σε σοκαριστικά άσχημο τρόπο. Ο έτερος Ασιάτης Ίκο Ουγουάις, από την άλλη, κρατά τον ρόλο του κακού δίχως να έχει κάποια σπουδαία ευκαιρία να καταθέσει αυτά που ξέρει και μπορεί, όπως μας είχε δείξει από τον καιρό του απίθανου «Επιχείρηση Χάος» (2012). Οι βασικοί λόγοι γι’ αυτό χρεώνονται σε σενάριο και μοντάζ. Και με αυτά τα δύο ξεκινούν τα… «πολύ ωραία».

Αν ο κινηματογραφικός χρόνος είναι… σχετικός, τότε «Οι Αναλώσιμοι 4» καταρρίπτουν κάθε έννοια σχετικότητας. Από την ταχύτητα μετάβασης του σκληροτράχηλου team στη Λιβύη (ή την αδιανόητη καθυστέρηση των τρομοκρατών να ολοκληρώσουν την απαλλοτρίωση των πυροκροτητών, όπως το δει κανείς!), μέχρι τη φάση με την ανταλλαγή στο αεροπλανοφόρο που έχει χαράξει ρότα για Βλαδιβοστόκ, δεν γίνεται να μην αναλογιστείς την πιθανότητα οι σεναριογράφοι να μην έλαβαν διόλου υπόψη τους την έννοια του χρόνου και της απόστασης. Εκτός κι αν είδαν τη φάση όχι ως περιπέτεια, αλλά ως επιστημονική φαντασία! Και, εδώ που τα λέμε, πολλά απ’ όσα συμβαίνουν σε αυτό το πλαίσιο ανήκουν, αν και στόχος τους ήταν (μάλλον) να προσφέρουν cult χαβαλέ. Από το… κατούρημα που ανοίγει το στεγανό πορτάκι (μην τα ρωτάτε), μέχρι το «ερωτικό» ξυλίκι Στέιθαμ και Φοξ (ξεπατικωσούρα από το «Mr. & Mrs. Smith»), η αποτυχία γραφιάδων και σκηνοθέτη να προσφέρουν γνήσιες στιγμές μεταμεσονύκτιου κινηματογραφικού «γηπέδου» βγάζει μάτι. Όπως μάτι βγάζουν και οι υποτιθέμενες ανατροπές της πλοκής, που βασικά έχουν να κάνουν με την ταυτότητα του μυστηριώδους προδότη, ο οποίος με τα σατανικά του σχέδια απειλεί να σύρει Αμερική και Ρωσία σ’ έναν πυρηνικό πόλεμο (μιλάμε για τρελή σεναριακή πρωτοτυπία), αφού ναι μεν η φάση είναι «τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια», όμως, για κάποιο λόγο (λέγε με και… σασπένς) η αποκάλυψη φυλάσσεται ως άσσος στο μανίκι μέχρι την ύστατη στιγμή.

Σε προσωπικό επίπεδο, αν χαμογέλασα με κάτι στους «Αναλώσιμους 4» ήταν με μία ή δύο ατάκες του Στέιθαμ, το γενικότερο attitude του οποίου σε κάτι τέτοια γουστάρω με χίλια. Κυρίως, όμως, γέλασα με τη χρήση του μέγα σουξέ «P.I.M.P» του 50 Cent (αφού τον έχουμε στο καστ, ας βάλουμε κι ένα τραγούδι του). Το γέλιο ήταν πικρό, φυσικά, αφού δεν είχε κάτι το αστείο η συγκεκριμένη σκηνή, αλλά συνειρμικά μου έφερε στο μυαλό την πρόσφατη, καθοριστική χρήση του ίδιου τραγουδιού στην αριστοτεχνική «Ανατομία μιας Πτώσης». Ο συντριπτικός όγκος του κοινού των «Αναλώσιμων» εννοείται πως δεν πρόκειται να πιάσει την (εντελώς τυχαία) ειρωνεία του πράγματος, καθώς μπροστά στο «ξύλο» (ακόμα και επιπέδου χωματερής) η «κουλτούρα» δεν πιάνει μία. Σε περίπτωση, πάντως, που το ίδιο κοινό μπει στην αίθουσα με διάθεση ανακάλυψης των… ελληνικών locations στο στυλ του «Συνδικάτου» (2022), θα μείνει και σ’ αυτόν τον τομέα με την όρεξη. Το φιλμ θα μπορούσε να έχει γυριστεί οπουδήποτε στον κόσμο, μιας και τίποτα δεν μαρτυρά (σε επίπεδο εικόνων) το ελληνικό της συμπαραγωγής. Ο Αντόνιο Μπαντέρας, τουλάχιστον, είχε πεταχτεί μέχρι το Θέατρο Μακεδονικών Σπουδών του… Μαϊάμι! Αντιθέτως, εδώ το θλιβερό CGI της Λιβύης σε πείθει πως σύσσωμη η παραγωγή του «Μια Ελληνίδα στο Χαρέμι» (1970) πήγε στ’ αλήθεια μέχρι τη Σαχάρα – και μάλιστα χωρίς τα 100.000.000 δολάρια budget που λέει πως κόστισε τούτο! Σε περίπτωση, δηλαδή, που «Οι Αναλώσιμοι 4» ήταν… δημόσιο έργο, με τέτοιο χάλι στο τομέα των ψηφιακών εφέ, θα ψάχναμε να βρούμε τι κομπίνα έπαιξε και ποιο τσακάλι τσέπωσε τόσο… ΕΣΠΑ!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ελαφρώς πιο camp από το προηγούμενο φιλμ της σειράς και σίγουρα πιο βίαιο, μιας και το αδικαιολόγητο PG-13 έχει πάει περίπατο, αλλά περίπου το ίδιο πληκτικό, προχειροφτιαγμένο κι ανεπαρκές (όπως όλα τα φιλμ του franchise πάνω-κάτω). Αν το καλο πράγμα… αργεί να γίνει, «Οι Αναλώσιμοι 4» ήθελαν λίγο περισσότερο από τα εννέα χρονάκια που μεσολάβησαν από την τρίτη τους φόρα. Ας ελπίσουμε το αστείο να τελειώσει κάπου εδώ, διότι είναι ηλίου φαεινότερο πως η ομάδα δεν τραβάει, με όσα… botox κι αν εμπλουτίσει τη δράση της.

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module