Μενού

ΓΑΜΟΣ ΑΛΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ 3 - Πάρις Μνηματίδης

2011 7

Το υποτιθέμενο «ατού» του δεύτερου σίκουελ για τις περιπέτειες των Portokalos, η επιστροφή στις ρίζες δηλαδή μέσω ταξιδιού στην Ελλάδα για πρώτη φορά στο εν λόγω franchise, γίνεται στην πορεία και το μεγαλύτερο «αγκάθι» του φιλμ για αρκετούς λόγους. Αλλά δεν βρίσκονται μονάχα εκεί τα προβλήματα…

Για να αναγνωρίζονται όλα, τα μηνύματα περί αποδοχής του διαφορετικού ίσως ηχούν εδώ περισσότερο δυνατά από οποιαδήποτε άλλη ταινία της (μέχρι στιγμής;) τριλογίας και διαθέτουν μια σωστή βάση. Βέβαια είναι ένα θέμα το κατά πόσο αυτά εντάσσονται σε ένα αρκούντως ρεαλιστικό πλαίσιο, ειδικά σε σχέση με μια υποπλοκή που αντιμετωπίζεται με αφέλεια απαγορευτική για τον κυνισμό του σύγχρονου κοινού (όσοι από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο μιλήσουν για «αναρχοάπλυτη Vardalos» αν κάτσουν μέχρι τους τίτλους τέλους έχει δωράκι-έκπληξη στα special thanks). Κι εκεί εντοπίζεται το γιατί η μεταφορά της δράσης από τις ΗΠΑ μάλλον ήταν λάθος: η οπτική της Vardalos γύρω από την ελληνική κοινωνία και ιδιοσυγκρασία του σήμερα δεν θα γινόταν αποδεκτή ούτε από τον πιο αγαθιάρη τουρίστα της δεκαετίας του 1950, με απλοποιήσεις και στερεότυπα να επικρατούν σε βαθμό προσβλητικό, ίσως και γιατί στο τέλος της ημέρας πρέπει να επικρατήσει η «ανώδυνη» διασκέδαση πάνω από οποιοδήποτε άλλο συστατικό στοιχείο. Θέλει ομολογουμένως ειδικές αντοχές για να «καταπιεί» κανείς την υπερβολική δόση φολκλόρ που σερβίρεται. Και το ίδιο το «πλασάρισμα» των τοποθεσιών δεν έχει την απαιτούμενη λάμψη για να χορτάσει, να εμπνευστεί, να ταξιδέψει το μάτι…

Από άποψη πλοκής, μάλλον είναι η πιο κακογραμμένη ταινία της σειράς, με ελάχιστα πράγματα να συμβαίνουν που να δικαιολογούν το ότι προέκυψε ολόκληρο κινηματογραφικό προϊόν για τα νέα καμώματα των Portokalos αντί για κάτι σαν τηλεοπτικό special που θα ήταν πιο ταιριαστό λόγω χαλαρότητας. Σε κάποια σημεία είναι σαν να μην τηρούνται καν τα προσχήματα, να κρυφτεί λίγο το ότι «πρωτίστως περνάμε καλά και δευτερευόντως θα κάνουμε και γυρίσματα»! Ανά φάσεις μεταδίδεται μέρος αυτού του κεφιού και στον θεατή χάρη στις προσπάθειες κάποιων ερμηνευτών (οι Louis Mandylor και Andrea Martin έχουν καλές στιγμές), αλλά αυτό δεν αποδεικνύεται αρκετό σε 92 λεπτά διάρκειας.

Ενδεικτικό του ότι το όλο εγχείρημα είναι στημένο υπερβολικά «ελαφρά τη καρδία» αποτελεί το γεγονός ότι πινελιές που θα μπορούσαν να δώσουν μια δραματική βαρύτητα στο σύνολο (για παράδειγμα η υγεία της Maria Portokalos) δεν αναπτύσσονται καθόλου, καταλήγοντας να μην έχουν σχεδόν καθόλου αντίκτυπο. Και για ένα φιλμ που διατυμπανίζει αρκετές φορές την αξία της οικογένειας, το να κάνει πως ξεχνάει (για εμπορικούς σκοπούς προφανώς) το ότι όλη αυτή η εμπειρία περιλαμβάνει και στις καλύτερες των περιπτώσεων και το δάκρυ εκτός από το γέλιο είναι ένα σημαντικό φάουλ.

Η δύναμη της οικειότητας στο επίπεδο των αναφορών του χιούμορ είναι ένας σημαντικός λόγος που το brand-name του «Γάμος αλά Ελληνικά» έχει εγχώρια δημοφιλία (που και αυτή βέβαια έχει σημειώσει κάμψη στο πέρασμα του χρόνου, κυρίως γιατί η οικονομική κρίση άλλαξε πολλά δεδομένα), διακρίνεται όμως μια εμφανή πτώση σε κινηματογραφική ποιότητα από το 2002 στο 2016 και τώρα στο 2023. Και όπως συνέβη και στην προηγούμενη συνέχεια, κι εδώ δεν κρύβεται, και μάλιστα ακόμη περισσότερο, ότι έχει μπει σε λειτουργία ο αυτόματος πιλότος.

Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module