Μενού

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΠΤΩΣΗΣ - Φίλιππος Χατζίκος

1951 2

Στην Ανατομία μίας Πτώσης οι λέξεις δεν περιγράφουν απλώς την πραγματικότητα, τη διαμορφώνουν, της δίνουν σχήμα και περίγραμμα, την ορίζουν. Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται η αμφιβολία, εκείνο το κενό που χωρίζει τον πειστικό Λόγο από την αλήθεια, το πέλαγος της αβεβαιότητας που συχνά παραγνωρίζεται χάριν της βιαστικής διατύπωσης απόλυτων κρίσεων επί δικαίων και αδίκων. Με άλλα λόγια, η αλήθεια είναι το τρόπαιο σε έναν αγώνα όπου συγκρούονται δύο αφηγήματα, και απονέμεται σαν τίτλος σε όποιο στοιχειοθετηθεί ορθότερα.

Η Γερμανίδα συγγραφέας Ζάντρα -μια καλλιτέχνιδα του λόγου- βρίσκεται κατηγορούμενη για το θάνατο του Γάλλου συζύγου της και, ελλείψει αδιάσειστων αποδεικτικών στοιχείων, η ακροαματική διαδικασία υπεισέρχεται στους όρους της σχέσης τους, του χαρακτήρα της και της γενικότερης συμπεριφοράς της, προκειμένου να εξεταστεί πολύπλευρα η πιθανότητα ενοχής της. Η κατηγορούσα αρχή κατασκευάζει το αφήγημα της συζυγοκτόνου για εκείνη, η ίδια αυτό του αυτόχειρα για τον νεκρό σύζυγό της και οι λαξευμένες από τις λέξεις αμφοτέρων εκδοχές της πραγματικότητας αντιπαρατίθενται με ένταση. Μοναδικός μάρτυρας της υπόθεσης είναι ο ανήλικος γιος του ζευγαριού, σχεδόν ολοκληρωτικά τυφλός, που βρήκε το πτώμα του πατέρα του κάτω από το παράθυρο του τρίτου ορόφου του σπιτιού.

Το σεναριακό σχήμα που κατασκευάζουν η Ζιστίν Τριέ και ο Αρτούρ Αραρί είναι ευφυές και αποτελεσματικό. Η αποτύπωση του θανάτου στην οθόνη δεν επιτρέπει καμία βεβαιότητα και ακολουθείται από μια ανακριτική διαδικασία παγερά προσηλωμένη στα γεγονότα και την αναπαράστασή τους, εύλογο πόρισμα της οποίας είναι ότι η υπόθεση αξίζει να παραπεμφθεί σε δίκη. Κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, στο αποκορύφωμα του ιερού θεσμού που έχουν εφεύρει οι ανθρώπινες κοινωνίες προς εξακρίβωση μιας αλήθειας «πέραν πάσης αμφιβολίας», η ερμηνεία και η έκθεση των γεγονότων είναι πειστική τόσο από τη μία όσο και από την άλλη μεριά.

Η κατηγορούσα αρχή -με τη βοήθεια πραγματογνώμονα- διατείνεται με θέρμη ότι ο θάνατος του Σαμουέλ αποκλείεται να οφείλεται σε ατύχημα για να αντιτάξει η υπεράσπιση εξίσου σθεναρά ότι η κατηγορούμενη θα ήταν ιδιαιτέρως απίθανο να είχε τη δύναμη να ωθήσει τον θανόντα στη μοιραία πτώση και άρα μάλλον αυτός οικειοθελώς προέβη στο απονενοήμενο διάβημα. Η αλήθεια δραπετεύει ανάμεσα στους διαξιφισμούς των αντιμαχόμενων πλευρών. Εφόσον μάλιστα είναι αδύνατο να εξαχθεί ένα ακράδαντο συμπέρασμα ως προς τα γεγονότα, όταν η δίκη θα εισέλθει αναπόδραστα στο στάδιο της σκιαγράφησης των προσωπικοτήτων της κατηγορούμενης και του νεκρού συζύγου της, το τοπίο θα θολώσει ακόμα περισσότερο.

Η Ζάντρα είναι ψυχρή, ίσως και κακότροπη, πιθανώς ναρκισσίστρια και οπωσδήποτε επηρμένη, είναι όμως κάτι από αυτά ποινικό αδίκημα ή έστω ισχυρή ένδειξη τέλεσης εγκληματικών πράξεων; Ο Σαμουέλ υπήρξε απογοητευμένος, βεβαρημένος με ενοχικά σύνδρομα, μπορεί κυκλοθυμικός, αλλά αυτό σημαίνει ότι έβαλε τέλος στη ζωή του; Ο ιδιωτικός βίος του ζευγαριού, όπως κρεμιέται στα δικανικά μανταλάκια της αδυσώπητης αίθουσας, παρουσιάζεται ανεπαρκής, άδειος από μαγικά κλειδιά που θα δώσουν τη λύση του αινίγματος. Σύντομα το αντικείμενο της δίκης γίνεται ο χαρακτήρας της κατηγορούμενης, τόσο που αναρωτιέται κανείς αν το επίδικο είναι η ηθική απόρριψή της και όχι η κήρυξη της ενοχής (ή οποία φυσικά οφείλει και να αποδειχθεί επί των συγκεκριμένων όρων της υπόθεσης) ή της αθωότητάς της για την κατηγορία.

Εκείνη άλλωστε, είναι γυναίκα και επιτυχημένη λογοτέχνης που μάλιστα είχε το θράσος να κινηθεί στα καλλιτεχνικά μονοπάτια της αυτομυθοπλασίας, να αντλήσει δηλαδή υλικό από τη ζωή της για την τέχνη της. Επομένως, είναι η ίδια που παρέδωσε το κεφάλι της στο πιάτο της κατηγορούσας αρχής και τώρα πρέπει να απολογηθεί για όσα της προσάπτει ένα ευρύτατο κατηγορητήριο: δεν ήταν αφοσιωμένη σύζυγος, δεν υπήρξε αρκούντως στοργική μάνα, υποβάθμισε τεχνηέντως τη δημιουργικότητα του συντρόφου της, ενώ στο λογοτεχνικό της έργο περιλαμβάνονται χαρακτήρες που αρέσκονται σε δολοφονικές φαντασιώσεις. Όσο η δίκη επικεντρώνεται στον ψυχισμό της, τόσο περισσότερο η Ζάντρα εγκαταλείπει τη γαλλική γλώσσα για την αγγλική, επιθυμώντας να ελέγξει κυριαρχικά τους όρους με τους οποίους ανασυντίθεται ο χαρακτήρας της στο δικαστήριο. Η αγγλική γλώσσα άλλωστε υπήρξε και το μέσο της ατελούς και ατελέσφορης επικοινωνίας του ζευγαριού, όπως υπογραμμίζει μία δυναμική σεκάνς που εμφανίζει ηχογραφημένο έναν από τους χαρακτηριστικούς καβγάδες τους.

Η Ζιστίν Τριέ δε στρέφει ποτέ την κάμερά της προς το σώμα των ενόρκων, διότι στο δικό της αφηγηματικό σχήμα οι ένορκοι κάθονται πέρα από τον «τέταρτο τοίχο», στις θέσεις των θεατών. Αποδέκτες της καλοκουρδισμένης κινηματογραφικής χειραγώγησής της είμαστε όλοι εμείς και η κινηματογραφική της γλώσσα μας δηλώνει το εξής απλό, υπενθυμίζοντας την ευθύνη της απόφασής μας: μερικές φορές η αλήθεια είναι προορισμένη να διαφεύγει, ακόμα και αν στο κυνήγι της διαθέτουμε όλο τον χρόνο και τα μέσα του κόσμου. Γι’ αυτό ίσως πρέπει να αναθεωρήσουμε και μερικές από τις απόλυτες κρίσεις μας που βασίζονται σε ολοένα και πιο επισφαλείς βάσεις. Ας εξετάσουμε το ενδεχόμενο αυτές να προκύπτουν από προκατασκευασμένους ηθικούς αυτοματισμούς που περιμένουν μια βιαστική επιβεβαίωση για να γεννήσουν μία ακόμα σαθρή βεβαιότητα.

Μολονότι η ταινία τοποθετείται κατά βάση στο εσωτερικό μιας αίθουσας δικαστηρίου και βαδίζει στα μονοπάτια του δικαστικού δράματος, η Τριέ ανατρέπει σε καίριες στιγμές τις συμβάσεις του genre. Για παράδειγμα, το ζενίθ της αγωνίας δεν αναζητείται στην ανάγνωση της ετυμηγορίας που σημαίνει και το τέλος της δίκης. Αντίθετα, όσο καθίσταται σαφές ότι το πέπλο των αμφιβολιών δεν πρόκειται να παραμεριστεί ποτέ από τη συγκεκριμένη υπόθεση, τόσο η προσοχή μετατίθεται στην υπό εξέταση σχέση του ζευγαριού που συζητήθηκε διεξοδικά στα έδρανα, αλλά ο πυρήνας της παρέμεινε απρόσιτος. Η μόνη που μπορεί να τον γνωρίζει είναι η Ζάντρα, με όλες τις αντιφάσεις και τις μικρότητές του, την αγάπη που έψαχνε τρόπο να μείνει εντός του, τις πίκρες και τα κρίματά του, αναγκασμένη να κουβαλά τις τύψεις που θα συνοδεύουν το απροσδόκητο τέλος του γάμου και για τις οποίες κανένα δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί.

Η κινηματογραφικά υπερπολύτιμη αμφισημία την οποία η δημιουργός εμπιστεύεται και υπηρετεί καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ συμπυκνώνεται ευκρινέστερα στην ερμηνεία της Ζάντρα Χιούλερ, η οποία δημιουργεί έναν χαρακτήρα αληθινό αίνιγμα, προσιτό και απρόσιτο ταυτόχρονα, αποστασιοποιημένο μα και ευάλωτο, με τις ειλικρινείς σκέψεις του χαμένες ανάμεσα στις διφορούμενες εκφράσεις της. Η κλινική ψυχρότητα της αφήγησης, η οποία φέρνει στον νου τις καλύτερες στιγμές του Μίκαελ Χάνεκε, μαζί με τη διακριτικότητα της Τριέ που παραμένει πάντοτε προσηλωμένη στο σενάριό της και δε φορτώνει στο ελάχιστο την ταινία με σκηνοθετικά στολίδια, χαρίζουν στο φιλμ υπόκωφη ένταση και μαγνητική δύναμη που απλώνεται σε 150 λεπτά σφιχτοδεμένης ροής. Ο Χρυσός Φοίνικας στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών απλώς προς επίρρωση της σπουδαιότητας μιας ταινίας που μένει στα σκοτεινά σημεία του μυαλού για πολύ καιρό μετά τη θέαση.

Φίλιππος Χατζίκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα cinedogs.gr

Smart Search Module