Μενού

ΟΠΕΝΧΑΪΜΕΡ - Γιώργος Παπαδημητρίου

1261 1

Το Oppenheimer συνοψίζει και αποκρυσταλλώνει τις περισσότερες από τις αναφορές, εμμονές, ιδιαιτερότητες και πεποιθήσεις που διατρέχουν τo έργο του Κρίστοφερ Νόλαν, τόσο σε συμβολικό-δραματουργικό επίπεδο όσο και στο υφολογικό-κατασκευαστικό σκέλος. Η σεναριακή πλοκή που λειτουργεί ως δαιδαλώδης λαβύρινθος, διάσπαρτος από κλειδιά και μηχανισμούς που ανοίγουν τα σφραγισμένα δωμάτια. Οι καταιγιστικοί και επιμελώς φροντισμένοι διάλογοι, που άλλοτε μοιάζουν λίγο φορτικοί και άλλοτε σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό. Η μουσική επένδυση που δεν μπαίνει σχεδόν ποτέ σε σουρντίνα και φροντίζει να σε γραπώσει από τον γιακά. Το μοντάζ που επωμίζεται τον ρόλο του παντογνώστη αφηγητή, περίτεχνα ενορχηστρωμένο σε σημείο που δυσκολεύεσαι να διακρίνεις τις τομές, τις γέφυρες και τα περάσματα. 

Η μεγαλοπρεπής και στομφώδης ατμόσφαιρα, η οποία δεν ξεστρατίζει ποτέ στον μινιμαλισμό, στην αφαίρεση, στη χαμηλόφωνη υπαινικτικότητα, ολόψυχα ταγμένη σε μια bigger than life αντίληψη για το σινεμά του δημιουργού. Η γοητευτική φιλοσοφική αντίληψη πως οι αφανέρωτες και πανίσχυρες δυνάμεις του σύμπαντος και της φύσης δεν μπορούν να νοηθούν ξέχωρα από τις έμφυτες ανθρώπινες αρετές και αδυναμίες. Φυσικά, το πιο σταθερό μοτίβο στο νολανικό σύμπαν δεν είναι άλλο από τη διαρκή επιστροφή στο αιώνιο μυστήριο του χρόνου. Στο Oppenheimer, ο ιστορικός χρόνος μιας θεοσκότεινης περιόδου σμιλεύεται με την προσωπική διαδρομή του Τζούλιους Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, ο οποίος διένυσε την απόσταση ανάμεσα στο ζενίθ της αποθέωσης και το ναδίρ της διαπόμπευσης θαρρείς από τη μια μέρα στην άλλη, σε μια τρανταχτή απόδειξη ότι η ιστορία γράφεται και ξεγράφεται ανάλογα με τα δεδομένα, την οπτική, το κλίμα και τις ανάγκες της κάθε εποχής. 

Ο Νόλαν, αν το καλοσκεφτεί κανείς, αντικρίζει στην προσωπικότητα και στα πεπραγμένα του Οπενχάιμερ ένα σκοτεινό alter ego: ένας auteur του ολέθρου, προικισμένος με την ευφυΐα, το ταμπεραμέντο, τις οργανωτικές ικανότητες και το ξεροκέφαλο πείσμα ενός αληθινού δημιουργού, ο οποίος φτιάχνει ένα αριστούργημα θανάτου και καταστροφής. Ρίχνοντας μια πιο προσεκτική ματιά, οι αναλογίες είναι εκεί, έστω και καμουφλαρισμένες κάτω από την κρισιμότητα και το βάρος των ιστορικών γεγονότων. Η αυτοσχέδια πόλη που χτίζεται στη μέσα του πουθενά φέρνει ανεπαίσθητα σε κινηματογραφικό στούντιο, ο Οπενχάιμερ φέρεται και κινείται σαν σκηνοθέτης που καθοδηγεί και συντονίζει ένα ολόκληρο συνεργείο από αμέτρητες επιστημονικές ειδικότητες, ο υποστράτηγος που επιβλέπει την όλη διαδικασία θυμίζει ελαφρά παραγωγό που θέλει πάση θυσία το βέλτιστο αποτέλεσμα όσο πιο σύντομα γίνεται. 

Έχοντας όλα τα παραπάνω κατά νου, προσπερνά κανείς με μεγαλύτερη προθυμία και ευκολία μια υποδόρια αμηχανία, ενοχλητική όπως ένα πετραδάκι στο παπούτσι: όσο βαδίζουμε στο -ήδη γνωστό σε όλους μας- σημείο μηδέν της πυρηνικής δοκιμής Trinity (κάτι σαν δοκιμαστική προβολή για να θυμηθούμε τον παραλληλισμό με το σινεμά), η αίσθηση που κυριαρχεί είναι εκείνη του δέους και όχι της τραγωδίας. Συνετά και σχεδόν αναμενόμενα, ο Νόλαν αποφασίζει να μηδενίσει για μια και μοναδική στιγμή τα ντεσιμπέλ και την (κάθε είδους, από τους σπιντάτους διαλόγους μέχρι τα φρενήρη κρουστά του Λούντβιχ Γκόρανσον) ηχητική ένταση ακριβώς στο κλάσμα του δευτερολέπτου που σφραγίζει την αμετάκλητη μοίρα ενός κόσμου που μόλις έχει πάρει τη στροφή που οδηγεί στην επίγεια κόλαση. Παρεμπιπτόντως, και συγχωρέστε μας μια μικρή παρένθεση, στο αριστουργηματικό όγδοο επεισόδιο του Twin Peaks: The Return (2017), ο Ντέιβιντ Λιντς είχε αντλήσει συναρπαστική και ευφάνταστη έμπνευση από την Trinity για να αποτυπώσει τη γέννηση ενός αλλόκοσμου Κακού. Τέλος της παρένθεσης. 

Σε πλήρη (και θαυμαστή) αρμονία με το θέμα του, ο Νόλαν ξετυλίγει ένα αφηγηματικό νήμα (με την πολύτιμη αρωγή του μοντάζ της Τζένιφερ Λέιμ, φυσικά) που παραπέμπει ρυθμικά και τονικά στη σχάση και στη διάσπαση του ατόμου, κυοφορώντας αλλεπάλληλες μικρές εκρήξεις και χτίζοντας μια ατμόσφαιρα ασταμάτητου πολέμου, χωρίς ποτέ να μας μεταφέρει στο πεδίο της μάχης και της φρίκης. Το αποτέλεσμα είναι ένα καθηλωτικό τρίωρο που κυλά μεν σαν νεράκι, αλλά όχι ακριβώς αναίμακτα. Με τη βελόνα αγκυροβολημένη στο κόκκινο, χωρίς το καταφύγιο της παύσης, της αλλαγής ρυθμού και της αποσυμπίεσης, καμία κομβική σκηνή δεν βρίσκει προνομιακή θέση. Σε μια ταινία που θυμίζει υποδειγματικό παζλ, φτιαγμένο θαρρείς με τη δομική τελειότητα των μαθηματικών που τόσο αποστρεφόταν ο Οπενχάιμερ (αλλά τόσο βαθιά εκτιμά ο Νόλαν), κανένα κομμάτι δεν μοιάζει πιο ξεχωριστό από τα υπόλοιπα, ακόμη και το πλέον βαρυσήμαντο. 

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά το Interstellar (2014), την ταινία της φιλμογραφίας του με τις πιο κοντινές εκλεκτικές συγγένειες με το Oppenheimer, ο Νόλαν αντιπαραβάλλει τον θεϊκό ντετερμινισμό με την ανθρώπινη ασπίδα της γνώσης, η οποία είναι φτιαγμένη από το πιο άφθαρτο και διαχρονικό υλικό: την αδιαπραγμάτευτη αγάπη, αλλά και την αιώνια επιστροφή στην παιδική αθωότητα. Στο Oppenheimer, o Νόλαν πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, διατυπώνοντας τις πιο αγωνιώδεις αμφιβολίες για τον ανθρώπινο θεό της Επιστήμης, αφήνοντας σκοπίμως την απάντηση να αιωρείται πάνω από το ζοφερό κενό. Η ανθρωπότητα είναι εξοπλισμένη με τη φαντασία, την ικανότητα και τα εφόδια να γίνει ο μαέστρος του δικού της αφανισμού. Και το Κουτί της Πανδώρας, άπαξ και ανοίξει μια φορά, δεν θα είναι ποτέ ξανά ερμητικά κλειστό. 

Από εκεί και έπειτα και από μια πιο πολιτική-ιστορική σκοπιά, ο Νόλαν δεν ξεμακραίνει από την κλασική-πατενταρισμένη αμερικανική θεώρηση του φιλελευθερισμού, διατρανώνοντας την πίστη του στα καθαγιασμένα σύμβολα (προσέξτε τις παντελώς στοχευμένες πλάγιες αναφορές στους Φράνκλιν Ρούσβελτ και Τζον Κένεντι) και ερμηνεύοντας τις κατάμαυρες εποχές του Μακαρθισμού και της ψυχροπολεμικής-πυρηνικής υστερίας περισσότερο ως νοσηρό απόστημα που φύτρωσε από κακούς σπόρους παρά ως μια ιστορική εξέλιξη που καλλιεργήθηκε μεθοδικά. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Οπενχάιμερ του Νόλαν θυμίζει ανά στιγμές γουέστερν ήρωα, ο οποίος σταδιακά βυθίζεται σε μια μάχη ένας εναντίον όλων, δεχόμενος στωικά τα άδικα χτυπήματα από τους μέχρι πρότινος συντρόφους. 

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι παρελαύνουν στην οθόνη πολλά διαφορετικά επεισόδια από την κεκλεισμένων των θυρών ανάκριση στις αρχές των 50s, που είχε ως μόνο στόχο να κηλιδώσει τη φήμη του Οπενχάιμερ. Ο Νόλαν αποφεύγει μεν την ηρωοποίηση, αλλά σίγουρα χαρίζει στον Οπενχάιμερ το γαλόνι του εξιλαστήριου θύματος και της άδικης αποκαθήλωσης. Ούτως ή άλλως, η σταθερή εναλλαγή ανάμεσα στο έγχρωμο και στο ασπρόμαυρο μοτίβο αποτυπώνει μια μάλλον μανιχαϊστική (αν όχι και κάπως απλουστευτική) σύγκρουση του βασικού ήρωα με αντίπαλο έναν γκρίζο κόσμο όπου κυριαρχούν οι μηχανορραφίες και οι παιδιάστικοι εγωισμοί (ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ σε έναν ρόλο που τον καθιστά αυτόματο φαβορί για το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου). Φυσικά, το εύστοχο τελικό επιμύθιο δεν παύει να είναι απαισιόδοξο και αμείλικτο. Σε έναν κόσμο τόσο αποκαρδιωτικά εύθραυστο που μπορεί κάλλιστα να εξαϋλωθεί από τη μια στιγμή στην άλλη, οι δαφνοστολισμένοι ήρωες του χθες είναι οι πιο πιθανοί ανεπιθύμητοι του σήμερα. 

Σε μια ανύποπτη στιγμή, ένας πρώην συνάδελφος του Οπενχάιμερ τού προσάπτει ότι ακόμη και ο ίδιος δεν γνωρίζει τι πιστεύει, πού πατά και στέκεται ηθικά, ψυχολογικά και ιδεολογικά. Κι αυτή ακριβώς η αινιγματική αδιαφάνεια είναι που δίνει τον τόνο στο πορτρέτο που σκιαγραφεί ο Νόλαν. Σχεδόν θωρακισμένος πίσω από το γυάλινο βλέμμα και το οστεώδες πρόσωπο του Κίλιαν Μέρφι, ο κεντρικός ήρωας παραμένει δυσπρόσιτος και σκιώδης, πλαισιωμένος από καλοκουρδισμένους ανδρικούς χαρακτήρες και προχειρογραμμένες γυναικείες σημαδούρες (ιδίως αν ρίξει κανείς μια ματιά στη βιογραφία της Τζιν Τάτλοκ θα νιώσει ακόμη πιο έντονα πως η απεικόνισή της είναι το λιγότερο προσχηματική). Την επομένη του ΒΠΠ, εκεί όπου τα πυρηνικά όπλα έχουν πλέον απογυμνωθεί από κάθε πασιφιστική φιοριτούρα αποτροπής και άμυνας, η στάση του Οπενχάιμερ παραμένει νεφελώδης και αντιφατική, χαμένη σε έναν απροσπέλαστο και άγνωστο τόπο που γέννησαν η μεγαλομανία και η συντριβή. 

Ογδόντα πάρα κάτι χρόνια έχουν περάσει από την 6η Αυγούστου του 1945 και ο τρόμος του πυρηνικού ολέθρου, όσο και αν αναδύεται αραία και πού στην επιφάνεια, έχει ατονήσει, σαν ένα εφιαλτικό παραμύθι που μας διηγήθηκαν οι προηγούμενες γενιές. Κι όμως, είχε ήδη προλάβει να φτιάξει μια παράλληλη διάσταση δυστοπίας και αρμαγεδδώνα που δεν θα φύγει ποτέ από το προσκεφάλι της ανθρωπότητας. Σε πολιτείες σκοτεινές κάτω απ’ τη γη εκεί που η άνοιξη δεν θα ‘ρχεται, θα αργεί θα ερωτευόμαστε ο ένας τη σκιά του αλλουνού / θα ‘μαστε οι λίγοι, οι εκλεκτοί κι οι τυχεροί, που τραγουδούσε κάποτε η σπουδαιότερη ροκ μπάντα του πλανήτη. 

Γιώργος Παπαδημητρίου
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα cinedogs.gr

Smart Search Module