Μενού

ASTEROID CITY - Φίλιππος Χατζίκος

1951 2

Σεπτέμβριος 1955, Asteroid City. Πληθυσμός: 87 κάτοικοι.

Ένας πατέρας που έχασε τη σύζυγό του και ψάχνει τον κατάλληλο τρόπο να μεταφέρει στα παιδιά του το τραγικό νέο. Μία πασίγνωστη ηθοποιός που τελεί σε συναισθηματικό τέλμα. Μία παρέα από παιδιά με κλίση στην αστρονομία που συμμετέχουν σε ένα συνέδριο υπό την αιγίδα ενός παρασημοφορημένου αξιωματικού. Δεκάδες ακόμα ιδιάζουσες φιγούρες. Με άλλα λόγια, ίσως η μεγαλύτερη στρατιά από τυπικούς Γουές-Άντερσον χαρακτήρες συγκεντρώνεται σε μία μικρή πόλη της αμερικανικής ερήμου και αναγκάζεται να παραμείνει εγκλωβισμένη εντός της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του αναμενόμενου.

Μέχρι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμ που υπακούει στο χαρακτηριστικό ύφος του Αμερικανού δημιουργού: υπέροχα παστέλ χρώματα, κοστούμια ασφυκτικής τελειότητας, διάλογος που εκστομίζεται με υπεράνθρωπη ακρίβεια και απολαυστικό deadpan ύφος, ελεγχόμενες οριζόντιες κινήσεις που εξερευνούν αχόρταγα το τοπίο της ερήμου. Ίσως μάλιστα από αισθητικής άποψης να βρισκόμαστε ενώπιον της απόλυτης εκφραστικής καλλιέπειας του Γουές Άντερσον, μιας και η φωτογραφία του ουδέποτε υπήρξε θελκτικότερη, το χειροποίητο άγγιγμα του στα σκηνικά είναι πιο μαγικό από ποτέ και το φως που λούζει τις αποχρώσεις του λατρεμένου του κίτρινου τόσο όμορφο που θαρρείς θα κατακτήσει όλο το σκοτάδι της αίθουσας.

Ωστόσο, το Asteroid City, συνιστά κάτι καινοτόμο μορφολογικά, υφολογικά, ίσως εν τέλει και αισθητικά. Ως προς τη δομή, είναι μακράν η πιο περίπλοκη στιγμή της φιλμογραφίας του Άντερσον, ίσως και υπέρ το δέον, αφού όσα αναφέρθηκαν παραπάνω αποτελούν μόνο ένα μέρος της βασικής ιδέας πλοκής. Τα πάντα λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο ενός θεατρικού, και οι παραπάνω χαρακτήρες είναι μέρος αυτού, ενώ εμείς παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα μέσα από μια τηλεοπτική εκπομπή που μας ξεναγεί στα σκηνικά της παράστασης. Στην ουσία, οι ιστορίες που αφηγείται αλληλοεξουδετερώνονται, καθώς η μία μπαίνει στα χωράφια της άλλης χωρίς να πηγάζει ένας συνεκτικός αφηγηματικός πυρήνας από αυτή τη διάδραση. Οι ηθοποιοί υποδύονται ηθοποιούς (η Σκάρλετ Τζοχάνσον μάλιστα υποδύεται ηθοποιό σε τριπλό επίπεδο, μίας και ο ρόλος της στο θεατρικό είναι ηθοποιού) που βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα μέρος (στο πλαίσιο της παράστασης αλλά και εκτός αυτού), ενώ τριγύρω τους σκάνε βόμβες πυρηνικών δοκιμών.

Η αναμφίβολη σύγχυση μεταξύ των πολλαπλών επιπέδων της αφήγησης, όμως, παύει να αποτελεί πρόβλημα εάν προχωρήσουμε στη θεμελιώδη παραδοχή: στην πραγματικότητα, για πρώτη φορά σε ταινία του Γουές Άντερσον, δεν υπάρχει βασική ιστορία ή έστω ιστορίες. Ακόμα και αν το μοντάζ δίνει την αίσθηση (επίσης καινοφανές) ότι αφαιρέθηκαν αδόκητα ουσιώδη στοιχεία προκειμένου να διατηρηθεί η διάρκεια στα συνήθη επίπεδα, αυτό που λείπει δεν είναι μέρος της ιστορίας, αλλά η ακόμα πιο συμπαγής και λεπτομερής εξερεύνηση της ατμόσφαιρας που διαμορφώνει ο Άντερσον, η οποία ουσιαστικά είναι η κυρίαρχη αφηγηματική του πρόταση. Πολλά γράφονται και λέγονται για την αισθητικοποίηση των θεματικών κάθε φορά που κυκλοφορεί κάποια νέα ταινία του και ομολογουμένως κανείς δε μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για τον κατεξοχήν στυλίστα auteur του αμερικανικού σινεμά. Εν προκειμένω, όμως, η mise-en-scène κουβαλά εξ ολοκλήρου το ζητούμενο της ταινίας, αφού οι χαρακτήρες, σε όποιο επίπεδο και αν εξεταστούν, δε διαγράφουν μία συγκεκριμένη πορεία που θα δώσει ώθηση στην ούτως ή άλλως θραυσματική πλοκή.

Το Asteroid City με τον ολοφώτεινα μελαγχολικό τόνο του, εξερευνά τα όρια της αφήγησης ως μέσου κατανόησης του κόσμου μέσα και έξω από εμάς. Εκκινεί από τα αναπάντητα ερωτήματα, τα οποία απλώνονται σε ένα ευρύ φάσμα συναισθηματικών και πνευματικών καταστάσεων, όπως η διαχείριση του πένθους, της απώλειας και των απρόσκλητων ερωτικών σκιρτημάτων, η επέλαση της τεχνολογίας ή το τεράστιο άγνωστο του ουρανού και τα μυστικά που μπορεί να κρύβει. Οι χαρακτήρες του μάταια πασχίζουν να βρουν συνοχή στα συστατικά του κόσμου που τους περιβάλλει και στα μυστήρια που πηγάζουν από την εγγενή υπαρξιακή τους αγωνία. Η αναζήτησή τους είναι αισθητή σε κάθε αφηγηματικό επίπεδο, θεατρικό, τηλεοπτικό και κινηματογραφικό. Η μυθοπλασία είναι αρωγός μας στον αγώνα να παραμείνουμε συναισθηματικά αλώβητοι από το βάρος των ερωτημάτων μας, μας βοηθάει να τα επεξεργαστούμε και να τα αντέξουμε, αλλά γνωρίζει όρια. Δε θα δώσει απαντήσεις που δεν είναι για να δοθούν.

Η κατασκευή της ταινίας είναι αναμφίβολα τεχνητή, ακόμα περισσότερο από όσο ορίζει η γουεσαντερσονική σύμβαση. Είτε στο πολύχρωμο τοπίο της πόλης, είτε στο ασπρόμαυρο της μετα-αφηγηματικής θεώρησης των όσων λαμβάνουν χώρα, οι χαρακτήρες στέκουν συχνά ακίνητοι, ανήμποροι να αποδράσουν από τα κάδρα, παγιδευμένοι σε καραντίνα (απηχώντας και τις πρόσφατες συνθήκες της πανδημίας που βρήκαν τον δρόμο τους για το σύμπαν του Άντερσον). Χαρακτηριστικά, σε δύο από τις ομορφότερες στιγμές τις ταινίας, ο χαρακτήρας του Τζέισον Σουόρτσμαν επικοινωνεί με τις ηθοποιούς που υποδύονται οι Σκάρλετ Τζοχάνσον και Μάργκο Ρόμπι από την απόσταση δύο αντικριστών παραθύρων. Ο ίδιος χαρακτήρας, στο πλέον κομβικό σημείο του έργου, θα προστρέξει ικέτης στον σκηνοθέτη της παράστασης (ο Έντριεν Μπρόντι ως ένα από τα πολλά alter ego του δημιουργού) διερωτώμενος αν παίζει καλά τον ρόλο, για να εισπράξει την μόνη απελευθερωτική απάντηση που αρμόζει: απλώς συνέχισε αυτό που κάνεις.

Υπάρχει μία αύρα ατελούς δημιουργίας στο Asteroid City. Στο καρτποσταλικό σκηνικό της μικρής πόλης οι χαρακτήρες (και πίσω από αυτούς οι διάσημοι αυτού του διαστρικού καστ) στριμώχνονται για να χωρέσουν στην οθόνη, με αποτέλεσμα αρκετές ανεκμετάλλευτες δυναμικές και ατελέσφορες προσθήκες. Ταυτόχρονα, ίσως και να πρόκειται για το πιο τονικά συμπαγές δημιούργημα του Άντερσον˙ απελευθερωμένος από τη χρεία της αφήγησης μίας κεντρικής ιστορίας, ο Αμερικανός στην πιο ελλειπτική έκφρασή του, γεμίζει την οθόνη με παστέλ μελαγχολία και μας προσκαλεί να την αντλήσουμε στον υπερθετικό βαθμό. Σε μία περίοδο που η υφολογική νόρμα του έχει καταστεί trend στα social media, ο Γουές Άντερσον αποδομεί την ίδια του την κληρονομιά, δηλώνοντας ότι ακόμα και στον δικό του φτιαχτό κόσμο όπου οι χαρακτήρες είναι ετοιμόλογοι και έχουν την ικανότητα να κάμπτουν τη μοναξιά τους, το νόημα είναι προορισμένο να μας διαφεύγει και εμείς να τρέχουμε πίσω του.

Όσο και να προσπαθεί να εκφραστεί, λοιπόν, μέσα από το έργο του, ο Άντερσον ακόμα αναζητά τη θέση του στον κόσμο ως καλλιτέχνης και ως αφηγητής. Η στροφή του από τη στυλάτη συμβατική αφήγηση σε ένα πιο ελεύθερο αφηγηματικό στυλ, τον οδηγεί στη δημιουργία ενός mood piece όπου η ουσία βρίσκεται σε κάθε κάδρο χωριστά και στην ατμόσφαιρα που τα διαπνέει. Ο ίδιος, πάντως, τριάντα χρόνια μετά τα πρώτα του βήματα στον χώρο του θεάματος, παραμένει ένας «εξωγήινος» που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τα απορημένα βλέμματα όσων τον κοιτούν και περιμένουν να τον ερμηνεύσουν μέσα από τις ταινίες του. Ο κόσμος είναι γι’ αυτόν ένα μεγάλο μυστήριο, απειλητικό όσο και γοητευτικό, και ο αγώνας μας να τον κατανοήσουμε, παρότι καταδικασμένος, κρύβει πολλές γλυκόπικρες ομορφιές στην πορεία του.

Φίλιππος Χατζίκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα cinedogs.gr

Smart Search Module