Μενού

BLACK STONE - Θοδωρής Δημητρόπουλος

1833 3

Δύο κινηματογραφιστές που θέλουν να πιάσουν κάτι από την παράνοια του δημοσίου, πέφτουν τυχαία πάνω στη Χαρούλα, μια Ελληνίδα Μάνα (ΤΜ) η οποία βρίσκεται εκεί αναζητώντας τον γιο της, έναν δημόσιο υπάλληλο που κατηγορείται για απάτη κι ο οποίος μοιάζει να εξαφανίστηκε από το πρόσωπο της γης. Στο σπίτι της Χαρούλας ζει ακόμα ο άλλος της γιος, που είναι ανάπηρος– μαζί με έναν ταξιτζή που γνωρίζουν σε μια από τις πολλές μετακινήσεις-οδύσσειες μές στην απάθεια της νεοελληνικής αστικής δυστοπίας, η Χαρούλα κι ο γιος της θα κάνουν ό,τι μπορούν για να βρουν τον αγνοούμενο. Και μαζί, θα ανακαλύψουν το μυστικό του ποιος στα αλήθεια είναι.

Τι εννοούμε όταν λέμε πως το Black Stone είναι κωμωδία-έκπληξη; Αρχικά, ασχολείται με τη νεοελληνική πραγματικότητα, με το αστικό τοπίο, με την οικογένεια, με το δημόσιο, με τις νέες δομές και τη νέα αλήθεια του τι σημαίνει ‘νεοελληνικός ιστός’. Δεν είναι κάτι πολύ συχνό αυτό, πόσο μάλλον τόσο αυθεντικά καταγεγραμμένο. Αρχικά, έχουμε τη φιγούρα της Μάνας, που σπάνια έχει αποτυπωθεί με τέτοιο πολυεπίπεδο τρόπο, εμπεριέχοντας τόσο την παράδοσης της καρικατούρας της στη λαϊκή κωμωδία μέχρι την τραγικότητα ενός ανθρώπου παγιδευμένου από πανάρχαιες πατριαρχικές δομές σε ένα ρόλο μονοδιάστατο, που δεν της αξίζει.

Η Ελένη Κοκκίδου στο ρόλο κάνει κάτι το μοναδικό– μοιάζει να αναδιπλώνεται από χιουμοριστική φιγούρα σε μια δραματική σκιά εν ριπή οφθαλμού. Μια παρουσία ασφυκτική, αστεία, ανθρώπινη, δραματική, και 100% αληθινή.

Από την άλλη, έχουμε τον απίθανο ταξιτζή που παίζει ο ράπερ Νέγρος του Μοριά με μια φυσικότητα που τον τοποθετεί στο απέναντι άκρο του ερμηνευτικού φάσματος από εκείνο της Κοκκίδου. Είναι μια φιγούρα όλο vibes, μοιάζοντας να κυλά μέσα σε ένα κόσμο που έτσι κι αλλιώς τον κοιτά διαρκώς ως κάτι το αξιοπερίεργο. (Η φανταστική στιχομυθία «Από πού είσαι;» - «Από την Κυψέλη.» - «Ναι, αλλά πού γεννήθηκες;» - «…στην Κυψέλη.» είναι η σκηνή που θα ήθελαν να έχουν γράψει οι αμέτρητες ελληνικές κωμικές σαβούρες που κυκλοφορούν κατά καιρούς και υποτίθεται πως κάνουν λαϊκό χιούμορ.)

Το πώς συνυπάρχουν αυτές οι δύο ερμηνείες τόσο αρμονικά, δείχνει το πόσο φροντισμένα δούλεψε ο Ιακωβίδης με το καστ του, αλλά και το πώς η ταινία καταφέρνει να λειτουργεί σε ένα επίπεδο που μυστηριωδώς εμπλέκει ρεαλισμό και επιθεώρηση. Και το κάνει με στυλ και με κέφι, αντλώντας αισθητικά στοιχεία από κάτι σαν το “Office” και λειτουργώντας –εκτός από αυθεντική κωμωδία αλλά και κοινωνική σάτιρα– και ως ενός είδους μυστήριο. Η αναζήτηση του χαμένου γιου δίνει στην ταινία αφηγηματική ώθηση που δεν την αφήνει να κουράσει, ακόμα και στα διάφορα κατά τόπους σημεία που εξαντλούνται οι επί μέρους ιδέες της.

Και οδηγώντας τελικά σε ένα αρκετά τολμηρό (ή έστω παράτολμο) φινάλε όπου ο πόνος κι η αισιοδοξία συνυπάρχουν, στοιχεία απαραίτητα καθώς κοιτάς –ή απλώς ζεις– μια σύγχρονη Ελλάδα που αλλάζει ραγδαία αλλά δεν ξέρεις ποτέ σε τι.

Καθώς το φιλμ μετακινείται διαρκώς, υπάρχουν σημεία που νιώθει κανείς ότι δεν αναπτύχθηκαν αρκετά ως σκέψεις. Ιδέες διαρκώς εγκαταλείπονται ή μένουν ανεξερεύνητες, από θέματα πλοκής και σκηνικού (το ελληνικό δημόσιο, για παράδειγμα) μέχρι ολόκληρες θεματικές (η ιδεολογική σύγχυση των αγωνιστών και ο ρόλος του ταξιτζή) αφήνουν κατά τόπους ανοιχτούς λογαριασμούς. Όμως όπως συμβαίνει κι όταν κάποιο κομμάτι της δράσης δεν λειτουργεί απόλυτα, η ταινία δε σε αφήνει για πολύ εκεί– κινείται μονίμως, προσφέροντας συνεχώς νέες ιδέες, ανατροπές, κωμικά highlights.

Υπάρχουν αστοχίες εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που δοκιμάζει πράγματα, συχνά πετυχαίνοντας, και η οποία διαθέτει μια αληθινά μεστή οπτική για τον έξω κόσμο (μας), γεμάτη χιούμορ και πίκρα, και με διάθεση εξερεύνησης των ταμπού και των παραλογισμών μιας σημερινής Ελλάδας-ερωτηματικό. Θα γελάσεις με πολλά, θα διασκεδάσεις με περισσότερα, θα αναγνωρίσεις τα πάντα.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module