Μενού

ΜΑΛΙΣΤΑ, ΣΕΦ! - Νίκος Παλάτος

1816 5

Συνειδητοποιώντας πως το όνειρό της ν’ ανοίξει δικό της restaurant θα μείνει μάλλον απραγματοποίητο, sous-chef σε εστιατόριο διάσημης τηλεμαγείρισσας τα παρατάει όλα για να πιάσει τις κατσαρόλες σε δομή υποδοχής ανήλικων μεταναστών. Θα δέσει η συνταγή ή θα τα κάνει… σαλάτα;

Από την ταινία «Οι Αόρατες» (2019), με την οποία συστήθηκε στο ελληνικό κοινό, ο σκηνοθέτης Λουί-Ζουλιάν Πετί έχει δείξει την ευαισθησία του περί των κοινωνικών ζητημάτων. Όχι επιδεικνύοντας διάθεση που θα παρέπεμπε σ’ έναν Κεν Λόουτς ή στους αδελφούς Νταρντέν, αλλά υιοθετώντας ένα κωμικό στυλ εμπλουτισμένο με πινελιές πίκρας. Στο αλά «Άντρες με τα Όλα τους» (1997) προαναφερθέν του έργο, ο συνδυασμός ανεργίας με επίδειξη γυναικείας πρωτοβουλίας λειτουργούσε σε ικανοποιητικό βαθμό, πετυχαίνοντας την επιδιωκόμενη feelgood γλυκόπικρη γεύση. Αντιθέτως, στο «Μάλιστα, Σεφ!» το πιάτο που σερβίρεται κρίνεται περισσότερο γλυκανάλατο παρά πικάντικο, με τη σεναριακή γραμμή να στέκει αναποφάσιστη ανάμεσα στην κριτική της γαλλικής μεταναστευτικής πολιτικής και τη σάτιρα του κόσμου των reality shows.

Ο αυθεντικός τίτλος («Η Ταξιαρχία») παραπέμπει στην απόλυτη πειθαρχία που οφείλεται να υπάρχει σε μια κουζίνα, με την φιλόδοξη αλλά απογοητευμένη από την τροχιά της επαγγελματικής της καριέρας chef Κατί να επιχειρεί να επιβάλει την απαιτούμενη υπακοή σ’ ένα περιβάλλον το οποίο έχει συνηθίσει σε κάπως χαλαρούς κανόνες. Η γρήγορη συνειδητοποίηση ότι η συγκεκριμένη δουλειά δεν δύναται ν’ αποτελέσει σπουδαίο πεδίο ξεδιπλώματος του μαγειρικού της ταλέντου, θα εξελιχθεί με εξίσου γρήγορους ρυθμούς σε σπίθα που θ’ ανάψει εκ νέου το φυτίλι της αισιοδοξίας μέσα της, σε μια τροπή που δεν χρειάζεται να είσαι απόφοιτος του… «Chef d’ Œuvre» για την μυριστείς με τη μία. Η ανυπακοή των ανήλικων μεταναστών, που στωικά περιμένουν να λάβουν την πολυπόθητη κάρτα εισόδου στη Γαλλία, μεταστρέφεται με τον πλέον προβλέψιμο τρόπο στον απόλυτο σεβασμό, μέσω της εκτίμησης των προσπαθειών της μαντάμ Κατί. Η συνθήκη αυτή οδηγεί το στόρι στην reality κλιμάκωσή του, που αν και σκοπό έχει να σατιρίσει τις τακτικές των εν λόγω εκπομπών, έρχεται με τρόπο βεβιασμένο, οδηγώντας το φιλμ σε απιθανότητες οι οποίες διόλου ταιριάζουν με το έως τότε χαμηλότονο ύφος του.

Μοιάζει σαν οι τέσσερις (!) γραφιάδες που συνεργάστηκαν για το σενάριο να μην μπόρεσαν να τα βρουν αναμεταξύ τους, καταλήγοντας να προσθέτει ο καθένας το δικό του. Ο προβληματισμός περί του δράματος των ασυνόδευτων ανηλίκων, που καταφθάνουν σωρηδόν στην Ευρώπη αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, μετατοπίζεται άγαρμπα προς το τηλεοπτικό plateau, αναδεικνύοντας με καρικατουρίστικη λογική την ελαφρότητα των απανταχού μαγειρικών shows. Η αναθεώρηση των στερεοτυπικά εσφαλμένων αντιλήψεων που αμφότεροι ο Διευθυντής της δομής και η νέα του μαγείρισσα κουβαλούν στο κεφάλι τους, καθώς έρχονται σε επαφή με ανθρώπους διαφορετικού υπόβαθρου, κρύβει πίσω από τη χιουμοριστική της διάθεση πηγαία συναισθήματα καρδιάς, εν τούτοις, ο δρόμος προς τη λύτρωση μέσω της μαγειρικής τέχνης… σκοντάφτει όταν από θέμα προσωπικής αναζήτησης γίνεται τηλεοπτικό θέαμα.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν είσαι φανατικός της γαλλικής μπαλαφάρας, μάλλον θα μείνεις με μισοάδειο στομάχι, μιας και (συγκριτικά) η μαγειρική του «Μάλιστα, Σεφ!» είναι επιπέδου… Chez Lucien. Η «MasterChef» επίγευση αφήνει ένα κάποιο άρωμα θερινής γαλλικουργιάς, όμως, μόνο ως ελαφρύ ορεκτικό μπορεί να εκληφθεί και όχι ως κυρίως πιάτο. Σε περίπτωση που τρως αποκλειστικά γαλλική κουζίνα, δεν θα σου κάτσει και τόσο βαρύ το γεύμα. Θα επιθυμούσες, εν τούτοις, να είχες γευτεί κάτι πιο εκλεκτό.

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module