Μενού

ΣΕΝΤ ΟΜΕΡ - Θόδωρος Γιαχουστίδης

1847 1

Ω Αγία Μητρότητα
Η Μήδεια και η Χίμαιρα...

Αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί η γεννημένη το 1979 στο Ολνέ-σου-Μπουά (μια πόλη 90 χιλιάδων κατοίκων στο νομό της Σεν-Σεν-Ντενί, στη διοικητική περιοχή της Ιλ-ντε-Φρανς) και με καταγωγή από τη Σενεγάλη, Alice Diop. Έχει σκηνοθετήσει επίσης τρία μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ, ταινίες μικρού μήκους και επεισόδια τηλεοπτικών σειρών.

Η ταινία πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περασμένο φεστιβάλ Βενετίας, όπου συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα, κερδίζοντας δύο πολύ σημαντικά βραβεία: τον Αργυρό Λέοντα - Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής, αλλά και τον Χρυσό Λέοντα του Μέλλοντος - Βραβείο Καλύτερης Πρώτης Ταινίας. Από εκεί και πέρα προβλήθηκε σε πολλά φεστιβάλ ανά τον κόσμο, όπως του Τορόντο, της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου, κερδίζοντας μια σειρά από βραβεία σε πολλά από αυτά: βραβείο καλύτερης ταινίας και καλύτερης σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ της Σεβίλης, βραβείο καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ της Γάνδης, βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου Fipresci στο φεστιβάλ του Παλμ Σπρινγκς. 
 
Ήταν υποψήφια για τέσσερα βραβεία Σεζάρ, κερδίζοντας τελικά εκείνο της καλύτερης πρώτης ταινίας, ενώ στη Γαλλία (όπου την είδαν γύρω στους 90 χιλιάδες θεατές στους κινηματογράφους) έχει κερδίσει επίσης τα βραβεία Jean Vigo και Louis Delluc. Αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Γαλλίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ, όπου και συμπεριλήφθηκε στην βραχεία λίστα των 15 ταινιών που πέρασαν στον δεύτερο γύρο, δεν κατάφερε όμως να συμπεριληφθεί στην τελική πεντάδα. Επίσης, ήταν υποψήφια για βραβείο σκηνοθεσίας στα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου. Το φιλμ πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα του πριν από λίγες ημέρες συμμετέχοντας στο 23ο φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, όπου τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης ταινίας.

Η υπόθεση: Το Σεντ Ομέρ είναι μια μικρή πόλη 18 χιλιάδων κατοίκων στο βορρά της Γαλλίας, πολύ κοντά στα σύνορα με το Βέλγιο και σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τον πορθμό της Μάγχης και την Αγγλία. Στο δικαστικό μέγαρο αυτής της μικρής πόλης λαμβάνει χώρα μια πολύκροτη δίκη. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου βρίσκεται η Λοράνς Κολί, μια νέα γυναίκα με καταγωγή από τη Σενεγάλη, που κατηγορείται ως υπεύθυνη για το θάνατο της μόλις 15 μηνών κόρης της Ελίζ, την οποία και άφησε να πνιγεί σε κοντινή παραλία της περιοχής από την παλίρροια. 
 
Στο ακροατήριο βρίσκεται η Ραμά, μια συνομήλικη της Λοράνς γυναίκα, με καταγωγή επίσης από την Σενεγάλη, που είναι καθηγήτρια και συγγραφέας, η οποία νιώθει ότι συνδέεται με τη συγκεκριμένη δίκη για περισσότερους από έναν λόγους, ενώ αρχικό της κίνητρο για να παρακολουθεί από κοντά τα δρώμενα, ήταν να πάρει έμπνευση από την ιστορία, προκειμένου να προχωρήσει στη συγγραφή βιβλίου, που θα ήθελε να αποτελέσει μοντέρνα διασκευή του μύθου της Μήδειας. Καθώς η διαδικασία προχωρά, τα λόγια της κατηγορούμενης και οι καταθέσεις των μαρτύρων δίνουν αναπάντεχες διαστάσεις στην υπόθεση και θα κάνουν τη Ραμά να αμφισβητήσει τα πιστεύω της, αλλά και την απόφασή της να κρατήσει μυστική από την οικογένειά της την δική της εγκυμοσύνη.

Η άποψή μας: Έχεις πολλά πράγματα να θαυμάσεις σε τούτη την παράξενη ταινία ως θεατής της, αρκετά να παρεξηγήσεις και μερικά να αποσαφηνίσεις. Η Alice Diop εμπνεύστηκε το φιλμ από την αληθινή ιστορία της Fabienne Kabou, η οποία άφησε την 15 μηνών κόρη της, Αδελαϊδα, να πεθάνει στις 19 Νοεμβρίου του 2013. Η δίκη της έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2016 και την παρακολούθησε από κοντά η σκηνοθέτιδα. Οπότε, η Λοράνς Κολί της ταινίας είναι η Fabienne Kabou της αληθινής υπόθεσης, ενώ η Ραμά της ταινίας αποτελεί το alter ego της δημιουργού. Για την ιστορία, να πούμε πως η Fabienne Kabou βρίσκεται αυτήν τη στιγμή στη φυλακή, εκτίοντας ποινή κάθειρξης 20 ετών. 
 
Τυπικά, έχουμε να κάνουμε με ένα δικαστικό δράμα. Αισθητικά, η Diop επιλέγει να χρησιμοποιήσει μεγάλης διάρκειας στατικά μονοπλάνα, γεμάτα με λόγο. Στο κέντρο της κάμερας βρίσκεται ως επί τω πλείστον η Λοράνς, όρθια, ακίνητη (όπως η κάμερα), να απαντάει σε ερωτήσεις της δικαστού, του εισαγγελέα, της συνηγόρου της, να απολογείται (ή «απολογείται» αν θέλετε). Δεν θα κοιτάξει ποτέ την κάμερα, παρά μόνο ελάχιστα, για τσικ του δευτερολέπτου, φευγαλέα, λίγο μετά τον συγκινητικό επίλογο που κάνει η δικηγόρος της. Την βλέπουμε με την κάμερα στραμμένη επάνω της από το point of view της δικαστού, του εισαγγελέα και του ακροατηρίου. Και μια από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίες είναι εκείνη όπου το βλέμμα της Λοράνς συναντά εκείνο της Ραμά: είναι οι δύο από τις τρεις μαύρες γυναίκες σε μια αίθουσα γεμάτη λευκούς – η τρίτη είναι η μητέρα της Λοράνς. 
 
Αισθητικά λοιπόν, αυτή η λιτή, σπαρτιάτικη σκηνοθετική επιλογή, έχει αποτέλεσμα. Το στήσιμο παραπέμπει σε θεατρικό την ίδια ώρα που το θεατρικό του πράγματος αποδομείται ακριβώς μέσω των σημείων όπου στήνεται η κάμερα: στο θέατρο η σκηνή είναι μία και ο θεατής παρακολουθεί τα δρώμενα μόνο από τη θέση του. Ο πολύς λόγος, που, να το πούμε αυτό, ίσως κουράσει κάποιους από τους πιο ανυπόμονους θεατές, γίνεται στα χέρια της Diop ένα εργαλείο επίτευξης των στόχων της. Ο Λόγος είναι μεστός και η Αφήγηση γίνεται με τέτοιο τρόπο, σαν να διαβάζεις ένα βιβλίο ή να ακούς ένα audible και να σχηματίζεις εσύ τις εικόνες, να τις φέρνεις στη ζωή μέσα από τις λέξεις. 
 
Μα το Σινεμά είναι Εικόνα, έτσι δεν είναι; Χμ, σίγουρα μπορεί να είναι και Λόγος. Ιδίως από τη στιγμή που αυτός ο Λόγος μεταφέρεται στους θεατές από την εκπληκτική Guslagie Malanda, που υποδύεται την Λοράνς. Αυτό που πετυχαίνει είναι πραγματικά ερμηνευτικός άθλος. Να μπορεί να βγάζει μακράς διαρκείας σκηνές, όρθια, ακούνητη, κοιτώντας μόνο σταθερά σε ένα σημείο ή μιλώντας με τρόπο απίστευτο, χωρίς κομπιάσματα, με παρρησία και μια συστολή αξιοπρόσεκτη. 
 
Εν αντιθέσει με την Kayjie Kagame, που υποδύεται την Ραμά, με την οποία δεν μπορεί ποτέ να ταυτιστεί ο θεατής. Έχει κάτι το ξύλινο η ερμηνεία της και ποτέ δεν μπορούμε να νιώσουμε το δράμα της – όσο κι αν η Diop την χρησιμοποιεί ως δεύτερο – ισάξιο – πόλο, όσο κι αν πετάει στο αφηγηματικό ιστό της ταινίας flashback από το παρελθόν της (αλλά και από το παρόν της) ιδίως σε σχέση με τη μητέρα της, όσο κι αν ο ρόλος προμοτάρεται όσο δεν πάει μιας που – όπως είπαμε πιο πάνω – αποτελεί το alter ego της δημιουργού. Η επιλογή της συγκεκριμένης ηθοποιού και η καθοδήγησή της αποτελούν ένα από τα μειονεκτήματα της ταινίας. 
 
Η Diop, με έξυπνο τρόπο, σχολιάζει αποτελεσματικά τον ρατσισμό (πού πας κοπέλα μου, να μελετήσεις Βιντγκεντσάιν, εσύ μια μαυρούκα;), την πατριαρχία (ο πολύ μεγαλύτερος σε ηλικία πατέρας του παιδιού και εραστής της Λοράνς, είναι λευκός, διαζευγμένος, και βολεμένος σε μια σχέση όπου δέχεται να του μαγειρεύει η Λοράνς αλλά όχι να την καλέσει πχ στον γάμο της – άλλης – κόρης του) και κυρίως το θέμα της μητρότητας, με όλες τις βεβαιότητες, τις συνεπαγωγές, τις δεισιδαιμονίες, τους κανόνες, το ασφυκτικό πλαίσιο που δημιουργεί και την απολυτότητά του. Μια μητέρα αγαπάει το παιδί της, ό,τι και να γίνει, σωστά; Κάθε γυναίκα έχει «εμφυτευμένο» το μητρικό φίλτρο, σωστά; Κάθε μητέρα θα έκανε τα πάντα για το παιδί της, σωστά; Και η παιδοκτονία – ιδίως όταν μητέρα σκοτώνει το παιδί της – είναι το ειδεχθέστερο από όλα τα εγκλήματα, σωστά; 
 
Η Alice Diop – σωστά – δεν θέλει να κατηγορήσει τη μητέρα: παρουσιάζει μια σειρά από επιχειρήματα, που την οδήγησαν στο συγκεκριμένο έγκλημα – ίσως και για να προστατέψει το παιδί της. Στο συγκεκριμένο σημείο, όμως, κλώτσησε ο σκεπτικιστής μέσα μου, ο νοήμων εαυτός μου. Το ότι η... μαγεία χρησιμοποιείται υπερασπιστικά από τη συνήγορο της Λοράνς, με ξεπερνά – κι εδώ είναι το δεύτερο ισχυρό χαλινάρι, που δεν μου επιτρέπει να παραδοθώ αμαχητί στις φανερές αρετές της ταινίας. Η Diop κάνει πολύ ενδιαφέρουσες αναφορές στην τέχνη και συγκεκριμένα, στην Μαργκερίτ Ντιράς, στην «Μήδεια» του Pasolini με την Μαρία Κάλλας πρωταγωνίστρια μέχρι και το «Little Girl Blue» της Nina Simone δεν ακούγεται τυχαία. 
 
Επίσης, παιχνιδιάρικα και ευφυώς, μας τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια: γιατί γελάει η ηθοποιός πια Guslagie στο φινάλε της δίκης; Και είναι η ηθοποιός πλέον κι όχι ο ρόλος, όχι η Λοράνς: έχει αλλάξει και τα ρούχα της. Ο τελικός λόγος της συνηγόρου, που είναι εξαιρετικός, με την ηθοποιό που την υποδύεται να μας καρφώνει, είναι απίστευτα συγκινητικός (μην κλάψετε εσείς αν μπορείτε) αλλά είναι και λίγο προβλεπόμενος και λίγο μελοδραματικός και λίγο προσπαθεί να ταιριάξει τα αταίριαχτα. Αλλά αυτό, με κάθε μητέρα να κουβαλάει μέσα της – σε κυτταρικό επίπεδο – τόσο τη δική της μητέρα όσο και την κόρη της, είναι ανατριχιαστικό! 
 
Παρά τα δυο, τρία φάλτσα της, πάντως, πιστεύω πως αν μη τι άλλο, αυτή είναι μια ταινία που όχι μόνο αξίζει παρακολούθησης αλλά μπορεί να δώσει το έναυσμα για πολλές και ενδιαφέρουσες συζητήσεις και μας συστήνει – σε αφηγηματικό επίπεδο – μια δημιουργό, που σίγουρα θα μας απασχολήσει στο μέλλον.

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr

Smart Search Module