Μενού

ΤΥΧΕΡΟ ΑΣΤΕΡΙ - Βασίλης Μάλτας

1820 6

Η ανθρωπιά του Ιάπωνα σκηνοθέτη που λύνει τα μάγια μας

Κι όμως, αυτός ο λαθρέμπορος παιδιών δηλώνει με έγνοια και βεβαιότητα, ότι αυτός κι ο συνεργάτης του είναι σαν “άγγελοι που θα φροντίσουν το πολύτιμο παιδί της” στη μητέρα που το είχε εγκαταλείψει στη βρεφοδόχο μιας εκκλησίας, της υπόσχεται ότι θα αναζητήσουν τους καλύτερους γονείς για να το αναθρέψουν. “Είστε μόνο μεσάζοντες”, τους απαντά ειρωνικά εκείνη- δεν είναι φυσιολογική η αντίδρασή της;

Δεν περνάει απαρατήρητη, ωστόσο, η στοργή τους όταν φροντίζουν το βρέφος, όταν το πηγαίνουν στο νοσοκομείο διακινδυνεύοντας τη σύλληψή τους ενώ στερούνται εγγράφων γονεϊκότητας ή κηδεμονίας, ούτε περνάει απαρατήρητη η ασφάλεια που αισθάνεται το βρέφος κοντά τους. Όταν οι δύο συνεργάτες υποψιάζονται ότι ένα υποψήφιο ζευγάρι γονιών σκοπεύει τη μεταπώληση του βρέφους, ακυρώνουν τη συμφωνία χάνοντας ένα σεβαστό ποσό. Δεν “είναι μόνο μεσάζοντες” (οικονομικά στριμωγμένοι, μάλιστα ) δεν βλέπουν το παιδί σαν εμπόρευμα που πρέπει να εκποιηθεί στην υψηλότερη δυνατή τιμή. “Για επαγγελματίες μεσάζοντες, δρουν υπερβολικά αυθόρμητα”, επισημαίνει η βοηθός της αστυνομικού που τους παρακολουθούν. Μα είναι δυνατόν να συνδυάζουν το εμπόριο παιδιού με την επιθυμία για το καλό του; Και, πως πιστεύουν ότι έχουν την ικανότητα να αξιολογούν τις προτάσεις των υποψηφίων γονιών αντί να αφήσουν το βρέφος στο κρατικό ορφανοτροφείο με το εξειδικευμένο προσωπικό και τα επιστημονικά πρωτόκολλα επιλογής των αναδόχων γονιών;

Ο Σανγκ-χεόν είχε φυλακιστεί, είναι χωρισμένος και δεν έχει επικοινωνία με την κόρη του, λέει ότι πάντα βίωνε απόρριψη στη ζωή του. Ο συνεργάτης του, ο νεότερος Ντονγκ-σου, είχε εγκαταλειφθεί από τη μητέρα του και μεγάλωσε σ’ ένα από εκείνα τα ορφανοτροφεία εκτός κρατικής αιγίδας που λειτουργούν σαν χώροι συγκέντρωσης των παιδιών όταν “περισσεύουν” για την κρατική πρόνοια επειδή παύουν να προσελκύουν ενδιαφέρον για υιοθεσία (συνήθως όταν περνάνε την ηλικία των 6 ετών) όπου μεγαλώνουν ξεχασμένα, έχοντας πάντα  επιθυμία και ανάγκη να είναι μέλη μιας οικογένεια.

Πώς υπερέβησαν αυτές τις τραυματικές εμπειρίες τους, τον απωθημένο παιδικό πόνο από την ανεκπλήρωτη ανάγκη οικογενειακής θαλπωρής, αδιαφορούν για το μεγαλύτερο δυνατόν κέρδος, ιδιαίτερα σε μια κοινωνία όπου η κερδοσκοπία θεωρείται υγιές επιχειρηματικό κίνητρο και θεμιτό μέσο για κοινωνική ανέλιξη; Πώς απελευθερωνόμαστε από τη βαριά σκιά του παρελθόντος ώστε να μην αναπαράγουμε τη συναισθηματική παραμέληση που έχουμε βιώσει στην παιδική μας ηλικία και τον πόνο των ενηλίκων απορρίψεων και ματαιώσεών μας, να μην συμπεριφερόμαστε ψυχρά έως κακοποιητικά μεγαλώνοντας; (με το δικό της οικογενειακό τραύμα θα’ ρθει αντιμέτωπη η αστυνομικός όταν αρχίζει να αντιλαμβάνεται τις προθέσεις τους, εξακολουθεί, όμως, να επιθυμεί την τιμωρία τους με βάση το γράμμα του νόμου, κρίνοντας μονοσήμαντα, άτεγκτα βάσει μιας ηθικής που αποκόπτει τις πράξεις από το κοινωνικό περιβάλλον και τους θεσμούς του- παρόμοια, βέβαια, κρίνουν με τους περισσότερους πολίτες, υποστυλώνοντας βασανιστικά ελλειμματικά εγώ).

Ο αγαπημένος μας Χιροκάζου Κόρε-Έντα (“Κλέφτες καταστημάτων”) πάντα παρατηρεί ανθρώπους στο περιθώριο της κοινωνίας με κατανόηση και υπομονή. Στο σύμπαν του Ιάπωνα δημιουργού, οι άνθρωποι έρχονται κοντά ο ένας στον άλλον χωρίς να χρειάζεται να προσπαθούν γι’ αυτό παρά αφήνονται στην αλληλεπίδραση ανάμεσά τους, στο φυσικό ρεύμα της ζωής, ζώντας πια μ’ αυτό που στ’ αλήθεια είναι- κι εμείς, το βιώνουμε μαζί τους: οι δύο άντρες, το βρέφος και η νεαρή σεξεργάτρια μητέρα που δεν ήθελε να το μεγαλώσει στον δικό της κύκλο σ’ αυτήν την κοινωνία αυτού του κόσμου, θα συνυπάρξουν μέσα σ’ ένα παλιό, προβληματικό φορτηγάκι για εκατοντάδες χιλιόμετρα, αναζητώντας τους κατάλληλους ανάδοχους γονείς, μαζί μ’ έναν απρόσκλητο πιτσιρικά που το’ χει σκάσει κρυφά από ένα ορφανοτροφείο ξεχασμένων παιδιών κι έχει κρυφτεί στο φορτηγάκι ώστε να αισθάνεται ότι είναι μέλος μιας οικογένειας.

Στο σύμπαν του Κόρε-Έντα, οι άνθρωποι σχηματίζουν τη δική τους οικογένεια γιατί, οι αληθινοί οικογενειακοί δεσμοί δεν θα ’πρεπε να βασίζονται σε αιματολογικά δεδομένα και τα παιδιά δεν θα ’πρεπε να ανήκουν στη βιολογική τους οικογένεια- δεν θα έπρεπε να ανήκουν σε κανέναν: το να (κατ)έχουμε έναν άνθρωπο σαν “δικό μας”, ιδιαίτερα τα παιδιά “μας”, είναι μια προσκόλληση που ονομάζουμε αγάπη ώστε να μην φοβόμαστε τον φόβο της μοναξιάς, να πιστεύουμε ότι τεκμηριώνουμε το δικαίωμα να μας αγαπούν χωρίς να αγαπάμε τον εαυτό μας. Σ’ αυτό το σύμπαν, το βρέφος γίνεται παιδί όλων όσων το φρόντισαν αλλά κι όσων θέλησαν να το φροντίσουν υιοθετώντας το καθώς οι ενήλικες ανοίγονται ψυχικά στους άλλους και τους εαυτούς τους. Σε έναν τέτοιο κόσμο, επεκτείνοντας τη θεματολογία του Κόρε-Έντα, η κοινωνία θα ‘πρεπε να εξασφαλίζει όχι μόνο τροφή σε όλα τα παιδιά αλλά και ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες να αναπτύσσουν τις προσωπικές κλίσεις τους, να εξαλείφει τις ταξικές διαφορές που ωθούν ανθρώπους στη πώληση παιδιών σε εκείνους που έχουν χρήματα να τα αγοράζουν, να δημιουργεί και να ενισχύει διαρκώς τις δομές πρόνοιας.

Ο σκανταλιάρης πιτσιρικάς ανοίγει το παράθυρο την ώρα που στο πλυντήριο αυτοκινήτων εκτοξεύεται το καθαριστικό υγρό και οι επιβάτες σκάνε στα γέλια μετά το αρχικό ξάφνιασμα. Άραγε, πόσοι θ’ αφήνονταν στην αναπάντεχη ευθυμία της στιγμής και πόσοι θα θύμωναν καταβρεγμένοι, δέσμιοι μιας στεγνής συναισθηματικά ενήλικης σοβαροφάνειας, της απέχθειας για το απρόοπτο και της πνιγηρής περιχαράκωσης στην ανάγκη για τάξη; Στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου όπου θα κοιμηθούν όλοι μαζί, η νεαρή μητέρα, σαν να προσεύχεται στην ίδια τη ζωή, ευχαριστεί κάθε μέλος αυτής της νέας της οικογένειας για το γεγονός της γέννησής του επειδή χάρη σ’ αυτό, τους έχει κοντά της- ερχόμαστε τυχαία στη ζωή, δεν οφείλουμε, όμως, να ζούμε όσο πιο ανθρώπινα μπορούμε, συμβάλλοντας στο σύντομο πέρασμά μας από τη γη, στην ανάδυση ενός άλλου, καλύτερου κόσμου;

Χρειάζεται ορισμένο χρόνο η ταινία για να βρει εσωτερική συνοχή, υπάρχουν σκηνές που λύνονται με σεναριακές ευκολίες, η διάρκεια θα μπορούσε να ήταν μικρότερη, μια δευτερεύουσα ιστορία δεν δένει οργανικά με την κύρια- το “Τυχερό αστέρι” δεν είναι από τις καλύτερες ταινίες του σκηνοθέτη: δεν έχει, όμως, μεγάλη σημασία. Γιατί, οι χαρακτήρες είναι ζωντανοί, απεκδύονται τόσο φυσικά τους ρόλους που παίζουν στη ζωή τους καθώς επικοινωνούν με τον αληθινό τους εαυτό (είναι χαρακτηριστική η ενδυματολογική αλλαγή της νεαρής μητέρας), συντονιζόμαστε μαζί τους, τους κατανοούμε και μέσα απ’ αυτούς, κατανοούμε τους εαυτούς μας.

Ο Κόρε-Έντα ξεδιπλώνει αβίαστα την ιστορία- και την εξαπλώνει μέσα μας- δεν είναι ουτοπικός ούτε μελοδραματικός, εκεί όπου καταλήγει, δεν πρόκειται για χάπι εντ: πιστεύοντας βαθιά στην έμφυτη ανθρωπιά μας, μας μεταδίδει ότι βιώνοντάς την, αλλάζει η συλλογική συνείδηση και, μ’ αυτήν, όλος ο κόσμος. Το πιστεύουμε ότι όλα όσα παρακολουθούμε, μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, θαρρείς ότι η ανθρωπιά του Κόρε-Έντα μπορεί να λύσει τα μάγια του ανθρώπινου είδους.

Στοχαστικός, παρηγορητικός, επουλωτικός, αισιόδοξος, ο Κόρε-Έντα χαρτογραφεί τα εσωτερικά μονοπάτια προς έναν απωθημένο και ξεχασμένο θησαυρό μέσα μας, οξύνοντας την ηθική μας ευαισθησία. Και, ένας ανθρωποκεντρικός, λαϊκός κινηματογράφος με κατανοητά και οικουμενικά μηνύματα. Βγαίνουμε από την αίθουσα χαμογελώντας, συγκινημένοι, αναζωογονημένοι.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module