Μενού

ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΝΙΣΕΡΙΝ, ΤΑ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

Κατά τη διάρκεια του ιρλανδικού εμφυλίου το 1923, δύο φίλοι έξαφνα βρίσκονται στα μαχαίρια, με την κόντρα τους να φτάνει στα άκρα. Γιατί; Γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι. Τη μία μέρα είμαστε και την άλλη δεν είμαστε.

Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα των “Τριών Πινακίδων” επιστρέφει πίσω στα πάτρια ιρλανδικά εδάφη με μια ιστορία εποχής αρκετά απογυμνωμένη από επεξηγήσεις (περίτεχνα ισχνή, θα μπορούσαμε να την πούμε) ώστε να καθίσταται συμβολική και οριακά στοχαστική. Ο ΜακΝτόνα αφήνει κατά μέρους τις #απόψεις για την φυλετικά έκρυθμη κατάσταση στις ΗΠΑ και εστιάζει σε κάτι πολύ πιο οικείο– θεματικά αλλά και σε επίπεδο μεγέθους. Κάτι που τον βγάζει απολύτως κερδισμένο: Αυτή η μικρού βεληνεκούς τραγικωμωδία καταφέρνει να αγγίξει μια αληθινή φλέβα περί της ανθρώπινης κατάστασης αλλά ταυτόχρονα και μικρές συμπεριφορικές αλήθειες διαπροσωπικών σχέσεων που από τη μία στην άλλη αποσυντίθεται. Τι πιο «από τη ζωή βγαλμένο» από αυτό;

1751 5

Η ταινία διαδραματίζεται στην ουσία σε ένα φυσικό παραθαλάσσιο σκηνικό και τρία πετρόκτιστα, με ένα καστ 3-4 ατόμων σε μια διαρκή μεταξύ τους ένταση, που παίρνει τη μορφή μιας (εξαιρετικά απλουστευτικής, για να είμαστε ειλικρινείς, στα όρια του απολιτίκ) συμβολικής διάστασης περί του εμφυλίου που μαίνεται στην ηπειρωτική χώρα, ακριβώς απέναντι. Τις κανονιές τις ακούμε αλλά οι εχθροπραξίες δεν φαίνονται, περίπου όπως συμβαίνει και στην αρχή αυτής της ιστορίας ανάμεσα στον Πάντρικ (Κόλιν Φάρελ) και τον Κολμ (Μπρένταν Γκλίσον), οι οποίοι ξαφνικά μια μέρα δεν είναι φίλοι.

Ο Πάντρικ είναι καλοκάγαθος, απλοϊκός. Δεν ξέρει τη σημασία των λέξεων, δεν έχει βλέψεις, δεν μοιάζει να έχει ίχνος κακίας μέσα του. Ο Κόλιν Φάρελ του δίνει το βλέμμα ενός ελαφιού σε διασταύρωση, που μπορεί να εμπεριέχει αφέλεια, πανικό και τελικά μια πονεμένη αποφασιστικότητα– κανείς στην ιστορία του σινεμά δεν έχει κάνει τόση πολλή ερμηνεία χρησιμοποιώντας απλώς και μόνο δύο φρύδια.

1751 3

Ο Κολμ του (αμετ)ακίνητα σαρωτικού Γκλίσον είναι στην απέναντι πλευρά, σκυθρωπός, μουντός, να γρυλίζει λέξεις σκαμμένες από τα βάθη των ιρλανδικών χωμάτων. Σε ένα υπαρξιακό τέλμα, συνειδητοποιεί πως μια μέρα θα πεθάνει, και αναρωτιέται τι σημασία έχουν όλα αυτά, τι αξίζει από την καθημερινότητά του. Καλοσύνη ή αιωνιότητα; Ή μήπως είναι ένα ψευδές δίλημμα αυτό; (Όχι επειδή η αιωνιότητα μπορεί να εμπεριέχει και καλοσύνη, αλλά επειδή η αιωνιότητα δεν υφίσταται.)

Οι φίλοι βρίζονται και βρίσκονται στα μαχαίρια επί δυο ώρες, με μια κλιμάκωση σοκαριστική όσο και συναισθηματική, και τον ΜακΝτόνα να κατευθύνει το γέλιο και τον πόνο με μαεστρική απλότητα, έχοντας όλη τη βοήθεια από ένα σπουδαίο ολιγομελές ensemble (Κόλιν Φάρελ, Μπρένταν Γκλίσον, Μπάρι Κίγκαν, Κέρι Κόντον, άπαντες σε εκπληκτική φόρμα και άπαντες με οσκαρική υποψηφιότητα), τη λυρικά φολκ μουσική του Κάρτερ Μπέργουελ και μια εμπνευσμένη διεύθυνση φωτογραφίας από τον Μπεν Ντέιβις, που ακολουθεί ανθρώπους μέσα σε σκηνικά ζωντανεμένα σαν πίνακες. Αλλά και καταφέρνοντας να εκμεταλλευτεί στο έπακρο την αοριστία της ιστορίας του, πλασάροντας ακόμα και την απουσία στιβαρού κοινωνικοπολιτικού αποτυπώματος, ως προσόν. Είναι κι αυτό ένα κατόρθωμα!

1751 2

Εν τέλει πιο κοντά στην μίξη υπαρξιακού στοχασμού με μαύρο χιούμορ και ψυχωμένου δράματος που θυμόμαστε από την αξεπέραστη ακόμα “Αποστολή στη Μπριζ” (την πρώτη συνεργασία του ΜανΝτόνα με τον Φάρελ), τα “Πνεύματα” είναι πνευματώδης αλλά και τραχιά τραγικωμωδία, γεμάτη πίκρα, χιούμορ και καρδιά. Δύο βραβεία στο φεστιβάλ Βενετίας (Σενάριο και Ανδρική Ερμηνεία, για τον Φάρελ) και 9 υποψηφιότητες Όσκαρ, για μια από τις πιο σημαντικές ταινίες της χρονιάς.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module