Μενού

TAR - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

Το πάθος για την κλασική μουσική μέσα από τη ζωή μιας διεθνούς φήμης μαέστρο, πρώτης γυναίκας που αναλαμβάνει μόνιμα τη θέση μαέστρο σε μια μεγάλη γερμανική ορχήστρα, είναι στο επίκεντρο της υποψήφιας για 6 Όσκαρ ταινίας «Ταρ», που γύρισε 16 χρόνια μετά την προηγούμενη ταινία του («Κρυφές επιθυμίες») ο Τοντ Φιλντ.

Από τα πρώτα κιόλας πλάνα, με την Λύντια Ταρ να ετοιμάζεται να βγει στη σκηνή όχι για συναυλία αλλά για μια συνέντευξη με τον δημοσιογράφο του New Yorker, Άνταμ Γκόμπνικ (με τον πραγματικό δημοσιογράφο στο ρόλο), αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι μπροστά σε ένα ξεχωριστό άτομο, μια δυνατή, αποφασιστική, φιλόδοξη γυναίκα, που σχεδόν αγγίζει τα όρια του τέρατος, όπως θ’ ανακαλύψουμε σταδιακά), μια ξεχωριστή γυναίκα, μέλος της «λέσχης EGOT» (από τους σπάνιους καλλιτέχνες που έχουν κερδίσει και τα τέσσερα μεγάλα βραβεία: Emmy, Grammy, Tony και Όσκαρ), όχι μόνο εξαίρετη μαέστρο αλλά και βιρτουόζος πιανίστα, και «ξερόλας» για το τι γίνεται στο χώρο της (όπως τα σχόλια της για διάφορους άλλους, πραγματικούς, μουσικούς που δεν χάνει την ευκαιρία να αναφέρει στη συνέντευξη).

1784 8

Μια γυναίκα που μοναδικό στόχο έχει τον εαυτό της και την τέχνη της και που δεν χαρίζεται στους άλλους: παράδειγμα η στάση της απέναντι σ’ έναν υποψήφιο γκει μαθητή που αρνείται να δεχτεί το έργο του Μπαχ εξαιτίας της πατριαρχικής του θέσης (από τις καλύτερες, και πιο ουσιαστικές, σκηνές της ταινίας, γυρισμένη σε ένα βασικά μονοπλάνο), η εκείνη προς τη βοηθό της, Φραντσέσκα (Νοέμι Μέρλαντ), που δείχνει να υποτιμά τις ικανότητές της όταν την παραμερίζει στην απόφασης της ν’ αντικαταστήσει τον ηλικιωμένο συνεργάτη της, ή ακόμη εκείνη προς ένα συνάδελφο της μαέστρο με τον οποίο γευματίζει.

1784 1

Σε μια περίοδο που η Λίντια Ταρ βρίσκεται στο απόγειο της τέχνης της, εκείνο που εξακολουθει να την σπρώχνει και να την αναζωογονεί, είναι να τελειώσει την εγγραφή της σειράς των έργων του Μάλερ, με την 5η συμφωνία του, συμφωνία που θεωρεί το απόγειο της κλασικής μουσικής και γύρω από την οποία περιστρέφεται το μεγαλύτερο τμήμα της ταινίας. Παράλληλα με τις πρόβες και τη σχέση της με τη Σάρον (μια εξαίρετη Νίνα Χος), μέλος της ορχήστρας της, με την οποία συζεί στο Βερολίνο, όπου μεγαλώνουν και την μικρή τους κόρη, Πέτρα, η Λίντια επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά τον επιθετικό της χαρακτήρα όταν αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο σε ηλικία κορίτσι που εκφοβίζει την Πέτρα. η Λίντια έχει να αντιμετωπίσει και τους παράξενους θορύβους (μαζί και τον μετρονόμο) που την εμποδίζουν στην καθημερινή δουλειά της.

1784 9

Και ενώ αρχίζει να ενδιαφέρεται για την Ρωσίδα Ολγα, τη νέα τσελίστα που προσλαμβάνει στην ορχήστρα, θα έρθει αντιμέτωπη με το σκάνδαλο που προκαλεί η αυτοκτονία μιας νεαρής, πρώην προστατευόμενης της. Ένα σκάνδαλο που, μαζί με τις σκηνές που ακολουθούν, ιδιαίτερα εκείνες προς το φινάλε, μας βγάζουν πιστεύω από την ομαλή, έντεχνα και με έλεγχο στημένη, πορεία που μέχρι τότε ακολουθεί η ταινία, αφήνοντας αναπάντητα κενά, που τελικά δεν βοηθάνε το ρυθμό της – ρυθμό στον οποίο δεν βοηθά και η μεγάλη διάρκεια (2 ώρες και 40 σχεδόν λεπτά) της ταινίας.

Πέρα βέβαια από τη δοσμένη με ξεχωριστή έμπνευση σκηνοθεσία του Τοντ Χέινς (εκτός από την εξαίρετη καθοδήγηση των ηθοποιών αξίζει να να αναφέρω τόσο τη θαυμάσια φωτογραφία όσο και την ωραία μουσική υπόκρουση), εκείνο που ξεχωρίζει πάνω από όλα είναι η υποδειγματική, συναρπαστική θα έλεγα, ερμηνεία της Κέιτ Μπλάνσετ, σίγουρα η πιο προχωρημένη από όλες τις υποψήφιες για τα φετινά Όσκαρ: με τις παραμικρές της κινήσεις, είτε των χεριών είτε του σώματος, το βλέμμα, τις εκφράσεις, τον τρόπο που μιλάει, σιωπά, κοιτάζει, επιμένει, αποφεύγει ή αντιδρά, την όλη γενικά συμπεριφορά της, δείχνει μια γυναίκα σε πλήρη έλεγχο της ερμηνείας της, κάτι που μόνο λίγες ηθοποιοί καταφέρνουν στις μέρες μας να ολοκληρώσουν με τέτοια τελειότητα.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module