Μενού

TAR - Γιάννης Ζουμπουλάκης

Αν είναι να μιλήσουμε για τα αυτονόητα, η Κέιτ Μπλάνσετ, όπως έχει ήδη γραφεί από την εποχή που η «Tar» έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περσινό φεστιβάλ Βενετίας, δίνει όντως μια ερμηνεία που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει κανείς να χάσει. Όχι μόνο θυμίζει πραγματική διευθύντρια ορχήστρας, το επάγγελμα της ηρωίδας της στην ταινία αλλά σου δίνει την αίσθηση ότι αυτό…ήταν πάντα. Και οι «μεταμορφώσεις» της ηρωίδας της μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας του Τοντ Φιλντ, βγάζουν κυριολεκτικά μάτι. Από το γέλιο στο κλάμα, από τον θυμό στην τρυφερότητα, από την ατσαλάκωτη εικόνα σε πρόσωπο που θυμίζει μποξέρ μετά από αγώνα πυγμαχίας που έχασε. Δεν μπορείς παρά να υποκλιθείς μπροστά της • η Μπλάνσετ δίνει κυριολεκτικά μαθήματα υποκριτικής και η υποψηφιότητά της για το Οσκαρ Α’ ρόλου, είναι όχι απλώς δίκαιη αλλά στην ουσία και χωρίς συναγωνισμό.

1784 3

Αν όμως προκύπτουν κάποιες ενστάσεις για το όλον της ταινίας, είναι κυρίως στην ίδια την ιστορία της. Ο Φιλντ, ηθοποιός που εξελίχθηκε σε πολύ ενδιαφέροντα σκηνοθέτη («Μυστικά της κρεβατοκάμαρας», «Κρυφές επιθυμίες») μας βάζει σε ένα περιβάλλον απολύτως ρεαλιστικό, στο οποίο τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Λίντια Ταρ είναι απανωτά και σε ποικίλους τομείς (επαγγελματικό, προσωπικό, οικονομικό – τα πάντα). Ενώ όμως φορτώνει με πολλές λεπτομέρειες το κάθε πρόβλημα ώστε ο θεατής να καταλάβει την θέση στην οποία βρίσκεται η Ταρ, εν συνεχεία δεν δείχνει και τόσο ενδιαφέρον στο να κλείσει το κάθε ζήτημα που τόσο επιμελώς (και λεπτομερώς) έχει ανοίξει. Επομένως, κάθε τι που συμβαίνει στην ταινία είναι για να προβάλλει την υποκριτική δεινότητα της Μπλάνσετ που ναι, υποδύεται την ηρωίδα της με τις ανάλογες διακυμάνσεις της στην εντέλεια.

Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr

 

Smart Search Module