Μενού

ΧΤΥΠΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΑ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

Σε μια καλύβα στην άκρη του κόσμου (όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου του Πολ Τρέμπλεϊ στο οποίο βασίζεται η ταινία), μια τριμελής οικογένεια περνάει ευτυχισμένα τις μέρες της. Οι δύο μπαμπάδες κι η μικρή Γουέν, που στην αρχή της ταινίας βρίσκεται έξω, στην αυλή, κάνοντας αυτό που διασκεδάζει περισσότερο: μαζεύει ακρίδες από τα άνθη.

Από το δάσος ξεπροβάλει μια μυώδης, αντιφατική φιγούρα. Είναι ο Λέοναρντ του φανταστικού (παντού, αλλά ειδικά εδώ) Ντέιβ Μπαουτίστα, ένας τεράστιος, σωματώδης άντρας που φοράει τα πιο μικρά γυαλιά του κόσμου και μιλάει με μια ταραγμένη ευγένεια. Σα να ζητά συγγνώμη για κάθε τι που πρόκειται να πει ή να κάνει, με τον Μπαουτίστα να τον ερμηνεύει με απόγνωση και σιγουριά την ίδια στιγμή, μια ερμηνεία γεμάτη ενσυναίσθηση και έλεγχο να καθρεφτίζει τις αρετές της ίδιας της ταινίας.

1755 1

Ο Λέοναρντ ζητάει από την Γουέν να πει στους πατεράδες της να αφήσουν εκείνον και τους τρεις συνεργάτες του να μπουν στην καλύβα τους– αν αρνηθούν, τότε εκείνοι θα μπουν όπως και νά’χει, απλά θα γίνουν όλα πιο βίαια. Ο Σιάμαλαν ακολουθεί αυτό τον αρχικό διάλογο μέσα από μια απόκοσμη ηρεμία, με διαρκή κοντινά στα πρόσωπα των πρωταγωνιστούν του και με κάδρο σε ελαφρά γωνία– μονίμως κάτι βρίσκεται εκτός ισορροπίας, και τα πάντα περνάνε από το βλέμμα, τον έλεγχο και τελικά τις αποφάσεις (το οπτικό δηλαδή πεδίο) αυτών των χαρακτήρων. Είναι μια στενή οπτική, για μια στιγμή που ο κόσμος γίνεται κι αυτός ασφυκτικά μικρός.

Διότι, ο Λέοναρντ κι οι συνεργάτες του (μια νοσοκόμα, μια σερβιτόρα, κι ένας στρυφνός, απότομος άντρας γεμάτος θυμό), προσφέρουν στην οικογένεια ένα απάνθρωπο δίλημμα: Πρέπει να επιλέξουν απολύτως συνειδητά, να κάνουν μια τρομερή θυσία, αλλιώς όλο ο κόσμος βρίσκεται σε κίνδυνο. Δε θα επεκταθούμε περισσότερο πάνω σε αυτή την κεντρική ιδέα, γιατί είναι έτσι κι αλλιώς αρκετά αφαιρετική από μόνη της. Η ταινία παραθέτει στην πορεία κάποια πολύ σύντομα κι απολύτως απαραίτητα φλάσμπακ που κάνουν πιο μεστή τη σχέση των δύο πατεράδων της Γουέν, αλλά από εκεί κι έπειτα δεν αναπτύσσει περισσότερο τους κανόνες της. Κι είναι μέσα σε αυτή την αφαιρετικότητα και την έλλειψη ακράδαντων στοιχείων και μυθολογίας, που μεταθέτει αυτή την άσκηση πίστης στον θεατή, βάζοντας καθένα από εμάς στην διόλου ζηλευτή θέση των ηρώων.

1755 2

Μέσα από τον φορμαλισμό του ο Σιάμαλαν επιδεικνύει και πάλι έναν εντυπωσιακό αφηγηματικό έλεγχο πάνω σε ένα τόσο απολύτως ισχνό στόρι, συντηρώντας σασπένς καθώς και ηθικές και προσωπικές εξερευνήσεις δίχως τελικά η ουσία να βρίσκεται στην δραματική λύση, παρά στην διαδρομή προς εκεί. Με το κάδρο διαρκώς πάνω στο ολιγομελές ensemble (από το οποίο αποσπά γενικώς εξαιρετικές ερμηνείες) και την δράση μέσα στην καλύβα να μην μοιάζει ποτέ περιορισμένη ή στατική, ο Σιάμαλαν υπενθυμίζει πως στο σινεμά του οι ιδέες γεννιούνται πρωτίστως μέσα από τη φόρμα, το στήσιμο, και το πώς οι εικόνες του λένε μια ιστορία.

Στην “Καλύβα” επεκτείνεται πάνω σε ζητήματα πίστης και ανθρωπιάς και το πώς αυτές οι δύο ιδέες (ή μάλλον καταστάσεις) μπορεί να διασταυρώνονται πάνω στη στιγμή της κρίσης, κάτι που πάντοτε συναντάμε στο σινεμά του από τον “Οιωνό” μέχρι προσφάτως στο εξαιρετικό “Old”. Οι (ίσως) πληγές της (μιας πιθανής) Αποκάλυψης που αρχίζουν να ξεπηδούν με τρόπο όχι απαραίτητα πειστικό για όλους, δεν απέχουν πολύ από μια δική μας απομονωμένη πραγματικότητα κατά την οποία βιαίως έξαφνα συνειδητοποιούμε πως βιώνουμε μια δική μας περίοδο Αποκάλυψης (με αρκετούς τρόπους, ο “Χτύπος” αποτελεί αγνή περίπτωση ταινίας γεννημένης την περίοδο της πανδημίας).

1755 3

Οι ξένοι που εισβάλλουν στο σπίτι εκπροσωπούν διαφορετικές εκδοχές της ανθρωπότητας σε Κρίση, κι ακόμα και το ζευγάρι των μπαμπάδων αντιδρά με ακραία διαφορετικούς τρόπους μπροστά στην καταστροφή: Ο ένας (οργισμένος Μπεν Όλντριτζ) αρνείται να συζητήσει καν αυτό που προτείνει ο Λέοναρντ, ο άλλος (ένας σταθερά έξοχος Τζόναθαν “Mindhunter” Γκροφ που βρίσκει τη γέφυρα ανάμεσα στην εγκεφαλικότητα και τον συναισθηματισμό) αρχίζει να παρεκκλίνει.

Ο Σιάμαλαν ξέρει πώς να καδράρει αυτούς και τις οπτικές τους. Πώς να αντλήσει μικρές στιγμές αγωνίας και βίας από μια αφηγηματική προβλεψιμότητα. Πώς να κάνει κάθε στιγμή να μοιάζει συναισθηματική, αγωνιώδης αλλά και πνευματική. Πώς να κάνει το σασπένς να μοιάζει εν τέλει με έναν αργόσυρτο, αναπόφευκτο εφιάλτη. Η ταινία του (που παρεκκλίνει με σαφέστατο τρόπο από το βιβλίο) εν τέλει διαθέτει ως βασικό πρόβλημα το ότι δεν απογειώνεται ποτέ, φλερτάροντας με τη μοιρολατρία κι αφήνοντας τον θεατή να επωμιστεί το βάρος της όποιας δραματικής, φιλοσοφικής αλλά και ηθικής λύσης. Είναι κάπως βαρύ, αλλά από την άλλη έτσι μοιάζει ανά στιγμές και το να διανύουμε μονίμως το πιο υπνωτιστικό και δυσνόητο Τέλος του Κόσμου.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module