Μενού

ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, Η - Γιάννης Γκακίδης

Ενάρετες βεβαιότητες κόντρα στις ενστικτώδεις αγριότητες

Η Ισλανδία για πολλά χρόνια, από το 1380 και μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανήκε στο Βασίλειο της Δανίας, έχοντας περάσει βέβαια και από Νορβηγική κατοχή. Μόλις το 1918 μετά τον Α΄ ΠΠ αναδείχτηκε σε  κυρίαρχο κράτος, έχοντας ωστόσο την επικυριαρχία του Βασίλειου της Δανίας, μέχρι τον Ιούνη του 1944, οπότε και αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητη Δημοκρατία. Η ιστορία που μας αφηγείται ο ισλανδός Χλινούρ Παλμασόν, έχει στο επίκεντρο ένα νεαρό ιερέα τον Λούκας ο οποίος, στα τέλη του 19ου αιώνα  ταξιδεύει στο άγριο και δύσβατο τοπίο της Ισλανδίας, προκειμένου να κτίσει εκκλησία σε ένα απομακρυσμένο μέρος του νησιού. Έχοντας στην πλάτη τον τρίποδα με τη φωτογραφική μηχανή φιλοδοξεί να καταγράψει τη δύσκολη αυτή πορεία.

Στην ουσία πρόκειται για ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αναζήτησης του αληθινού θεού, ένα ταξίδι όπου η φαντασία που ωραιοποιεί αντιπαρατίθεται με τη σκληρή πραγματικότητα. Ένα ταξίδι αγώνα για την επιβίωση κόντρα στις σκληρές στιγμές της φύσης, μια αντιπαράθεση νοοτροπιών, εθνικιστικών προκαταλήψεων και αντιλήψεων για τη ζωή και το νόημά της. Η ταινία πραγματεύεται τις ανθρώπινες ανάγκες, για αγάπη και θαλπωρή, το ανθρώπινο θράσος ως αντιστάθμισμα στο φόβο, την ματαιοδοξία ενδεδυμένη με τον μανδύα της φιλοδοξίας, την ανασφάλεια ως συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης  ύπαρξης, την κυριαρχία του θυμικού κόντρα στη λογική. Επιμύθιο το αδιέξοδο, με την επιλογή της αυτοδικίας, να υπέχει τελικά  θέση αυτοχειρίας.

1764 5

Από την πρώτη στιγμή της ταινίας θα φανεί η αντιπαράθεση ανάμεσα στον μαλθακό κληρικό Λούκας με τη φωτογραφική μηχανή και τον σκληραγωγημένο οδηγό Ρανγκάρ. Μια αντιπαράθεση που, αρχικά εδράζεται σε εθνικιστικές προκαταλήψεις και συνεχίζεται με τη γνώση της βιωματικής εμπειρίας που, φέρει και εκφράζει ο καθένας. Στο τέλος του ταξιδιού, η άφιξη στον προορισμό με τις απώλειες σε ανθρώπους και ζώα, δε θα σηματοδοτήσει την εκτόνωση της έντασης και της αντιπαράθεσης. Το τοπίο είναι μεν ήπιο και λιγότερο εχθρικό, αλλά οι διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους, όχι μόνον δεν βρίσκουν τον δρόμο της λύσης, οδηγούν στην τελική αντιπαράθεση.

Όταν ο μεν ομολογεί τα ανήθικα πεπραγμένα του, ο άλλος κραδαίνων τη ρομφαία θα επιζητήσει την αυτοδικία, είτε ως εκπρόσωπος του θεού, είτε ως υποκύπτων στο θυμικό ενός κοινού θνητού που, ζητά απλά εκδίκηση. Να σημειώσω πως, τελικά ο φόβος είναι αυτός που κυριαρχεί, τόσο στον ιερωμένο Λούκας, όσο και στον σκληραγωγημένο Ρανγκάρ. Για τον Λούκας η αμφισβήτηση της ύπαρξης του θεού, για τον Ρανγκάρ ο φόβος της θεϊκής τιμωρίας. Πέρα από τους δύο προαναφερθέντες χαρακτήρες, έχουμε και τον χήρο Καρλ, πατέρα δύο κοριτσιών και πρόεδρο της κοινότητας. Απαρέγκλιτα πατριαρχικός, σκληρός, εθνικιστής και θιασώτης της αυτοδικίας, εν είδη τιμωρού «θεού».

1764 7

Πρόκειται για μια επική ταινία, τουλάχιστον στο κομμάτι της κινηματογραφικής καταγραφής, με ωραίες και τραχιές εικόνες, με ιδιαίτερο εικαστικό φορτίο. Εξάλλου επική είναι και η διαδρομή αυτή καθαυτή. Υπάρχει μια αντίστιξη ανάμεσα στο εικαστικό πλαίσιο και στα διαδραματιζόμενα εντός αυτού. Στο τέλος θα διαλυθούν οι ενάρετες βεβαιότητες και τη θέση τους θα πάρουν ενστικτώδεις  αγριότητες.  O Χλινούρ Παλμασόν, στη διαδρομή του Λούκας μέχρι τον προορισμό του θυμίζει τον πραγματισμό και τη φυσιολατρία του  γερμανού Βέρνερ Χέρτζογκ, από την άφιξη και μετά θυμίζει τον μυστικισμό και την μεταφυσική του Καρλ Ντράγιερ. Πέρα από την εξαιρετική φωτογραφία του Μαρία Φον Χάουσβολφ, εξαιρετικές και οι ερμηνείες των: Έλλιοτ Κρόσετ Χουβ, Ίνγκβαρ Σίγκουρσον, Βικ Κάρμεν Σόνε, Γιάγκομπ Λόμαν.

Γιάννης Γκακίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kemes.wordpress

Smart Search Module