Μενού

ΙΒΑΝ Ο ΤΡΟΜΕΡΟΣ (Επαν.) - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

Το απόγειο της τέχνης του Σεργκέι Μιχαϊλοβιτς Αϊζενστάιν (1898-1948), η νίκη του φορμαλισμού (δεμένου όμως στενά με το περιεχόμενο) πάνω από το σοσιαλιστικό ρεαλισμό που είχε αρχίσει να κυριαρχεί στο σοβιετικό κινηματογράφο της εποχής και που έφερε τον σκηνοθέτη σε σύγκρουση με τους γραφειοκράτες του κόμματος αλλά και τον ίδιο τον Στάλιν.

Πρόκειται για τα δυο μέρη μιας τριλογίας που ο Αϊζενστάιν σχεδίαζε να γυρίσει γύρω από τη ζωή του Τσάρου Ιβάν 4ου που, στο 16ο αιώνα, κατάφερε να ενώσει τα διάφορα κρατίδια της Ρωσίας σ΄ ένα ενιαίο κράτος. Το πρώτο μέρος παρουσιάζει τη στέψη του Ιβάν, το γάμο του, τη ξαφνική αρρώστια του, τη δηλητηρίαση της γυναίκας του, τη σύγκρουσή του με συνωμότες, και την απόφασή του να επιστρέψει στη Μόσχα από το Αλεξαντρόφ όπου είχε αποσυρθεί. Το δεύτερο μέρος παρουσιάζει τη σύγκρουση του Ιβάν με τους εχθρούς του, τη δηλητηρίαση της μητέρας του και την ανακάλυψη και καταστολή μιας συνωμοσίας εναντίον του.

Ο Αιζενστάιν είχε γράψει το σενάριο του Ιβάν από την άνοιξη του 1941, το γύρισμα όμως άρχισε το 1943, στα στούντιο της Άλμα-Άτα στην κεντρική Ασία, όταν η Γερμανία είχε ήδη εισβάλει στη Ρωσία. Ενώ, το δεύτερο μέρος θα γυριστεί το 1945, αμέσως μετά τον πόλεμο, στα στούντιο της Μόσφιλμ στη Μόσχα. Το δεύτερο αυτό μέρος συμπεριλάμβανε κι ένα έγχρωμο κομμάτι, με το οποίο ο Αϊζενστάιν πειραματιζόταν στη χρήση των χρωμάτων (ιδιαίτερα στην παρουσίαση των ψυχολογικών καταστάσεων των προσώπων).

Το πρώτο μέρος της ταινίας προβλήθηκε το 1945 και σημείωσε μεγάλη επιτυχία, κερδίζοντας και το βραβείο Στάλιν. Αντίθετα, η προβολή του δεύτερου μέρους απαγορεύτηκε (προβλήθηκε για πρώτη φορά δημόσια το 1958), με αποτέλεσμα η απαράδεχτη, σκληρή κριτική που δέχτηκε ο Αϊζενστάιν από το κόμμα (κατηγορήθηκε για φορμαλισμό, απομάκρυνση από το λαό, παραποίηση των ιστορικών γεγονότων και παρουσίαση του Ιβάν ως «αδύνατου και αναποφάσιστου χαρακτήρα που έμοιαζε περισσότερο με τον ‘Αμλετ'») καθώς και η αρρώστια του που ακολούθησε (οδηγώντας στον πρόωρο θάνατό του), να τον εμποδίσουν από του να γυρίσει το τρίτο μέρος της ταινίας.

Μετά το επαναστατικό για την εποχή του μοντάζ της πρώτης περιόδου του, σε ταινίες όπως η «Απεργία» και το «Θωρηκτό Ποτέμκιν», ο Αϊζενστάιν στρέφεται εδώ σε ενός άλλου είδους μοντάζ, που γίνεται βασικά μέσα στα πλάνα, δίνοντας το βάρος στους φωτισμούς (συχνά επηρεασμένους από τον εξπρεσιονισμό) και στη σύνθεση και την εικαστική ομορφιά των πλάνων αλλά και στην τοποθέτηση των προσώπων μέσα σ’ αυτά. Η μεταφορά, τα σύμβολα, η τοποθέτηση της μηχανής, το τελικό μοντάζ, το κάθε τι κινείται με τελετουργική διαδικασία, με στόχο να τονιστεί ο τραγικός χαρακτήρας του Ιβάν, ενός σεξπιρικού ήρωα που δεν μπορούσε να προσχωρήσει στα μεγαλεπίβολα σχέδιά του εξαιτίας τόσο της αναποφασιστικότητάς του όσο και των τύψεών του. Όσο για τις σκηνές του Ιβάν με την προσωπική φρουρά του (τους «Οπρίτσνικ»), αυτές θύμιζαν τον Στάλιν με τη μυστική του αστυνομία κι ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην απαγόρευση της ταινίας.

Ο Νικολάι Τσερκάσοφ, με τη στιλιζαρισμένη, «σεξπιρική» ερμηνεία του, ενσαρκώνει τέλεια και τις δυο πλευρές του Ιβάν, εκείνη του απόλυτου άρχοντα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος κι εκείνη του στοργικού «πατέρα-αφέντη» που αντιμετωπίζει το λαό ως παιδιά του, φτάνοντας ως το έγκλημα για να τα προστατεύσει. Μια ταινία που βλέπεται και ξαναβλέπεται με την ίδια πάντα απόλαυση, μια ανεπανάληπτη ταινία-όπερα, με τις πλαστικές και άλλες ομορφιές που συναντάμε στους πίνακες ζωγραφικής, πίνακες από τους οποίους όμως δεν λείπει η δυναμική της κινούμενης εικόνας, και στους οποίους η έξοχη μουσική του Σεργκέι Προκόφιεφ προσδίδει μια άλλη μεγαλοπρεπή υπόσταση.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module