Μενού

ΒΑΒΥΛΩΝΑ - Γιάννης Ζουμπουλάκης

Ταινία – γαργαντούας με όλη την σημασία της λέξης, η «Βαβυλώνα» είναι, χωρίς καμία αμφιβολία η πιο φιλόδοξη ταινία του Ντάμιεν Σαζέλ, ενός από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της νέας γενιάς του Χόλιγουντ, κάτι που απέδειξε τόσο με την πρώτη κιόλας μεγάλου μήκους ταινία του, «Χωρίς μέτρο» αλλά κυρίως, με το «La La Land». Αναμειγνύοντας αληθινά πρόσωπα και αληθινά γεγονότα με στοιχεία φαντασίας, η ταινία μας μεταφέρει στα πρώτα χρόνια του κινηματογράφου, όταν το Χόλιγουντ μετατρεπόταν στην απόλυτη Μέκκα του • το μαγικό σημείο του πλανήτη όπου τα όνειρα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα αλλά και το σημείο όπου η κωμωδία και η τραγωδία, ο παράδεισος και η κόλαση έπιναν καφέ στο ίδιο τραπέζι.

1757 10

Ο Σαζέλ μοιράζει την δράση σε τρία πρόσωπα: τον Μάνι (Ντιέγκο Κάλβα) έναν δραστήριο μεξικάνο που από «παιδί για όλες τις δουλειές» προσπαθεί να γίνει μέρος της δημιουργικής διαδικασίας ,ν’ αποκτήσει μια μερίδα του αμερικανικού ονείρου, τη Νάνσι Λα Ρου (Μάργκο Ρόμπι) μια φιλόδοξη, σέξι κοπέλα που προσπαθεί να γίνει σταρ γιατί ξέρει ότι έχει όλα τα φόντα και τον Τζακ Κόνραντ (Μπραντ Πιτ) έναν ήδη καταξιωμενο σταρ του βωβού τον οποίο οι πάντες προσκυνούν. Η κοινή πορεία αυτών των ανθρώπων, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες τους, δίνουν το υλικό για μια αλλοπρόσαλλη ταινία περιόδου που βρίσκεται σε διαρκή, σχεδόν εξαντλητική κίνηση.

1757 7

Θαμπωμένη και την ίδια ώρα θαρρείς τρομαγμένη από την ίδια την ξέφρενη Ιστορία του Χόλιγουντ, η «Βαβυλώνα» επιδιώκει να καλύψει τα πάντα  από τον πρωτόγονο αλλά αυθόρμητο τρόπο με τον οποίο γυρίζονταν κάποτε, προ ομιλούντος, οι ταινίες, μέχρι την κυριαρχία του παραγωγού, την τρέλα του σκηνοθέτη, την ματαιοδοξία του ηθοποιού αλλά και τα πάρτι των οργίων που λάμβαναν χώρα σχεδόν σε καθημερινή βάση.

Ξέφρενο όμως δεν σημαίνει αποκλειστικά ευχάριστο. Απεναντίας, η εισβολή του ήχου στο σινεμά ανέτρεψε τα πάντα και κορυφαίοι σταρ του βωβού που δεν μπόρεσαν να συγχρονιστούν μαζί του οδηγήθηκαν στην καταστροφή. Ο Σαζέλ δείχνει την αμείλικτη τάση της τεχνολογίας να εξουσιάζει το κάθε τι με αποτέλεσμα ο αυθορμητισμός που κάποτε γοήτευε τόσο πολύ να παέι περίπατο και η δουλειά του σκηνοθέτη να καθορίζεται από του ηχολήπτη. Σε μια από τις πιο έξυπνες σκηνές της ταινίας βλέπουμε πως μια απλή σκηνή, της εισόδου μιας γυναίκας στο πλατό, έπρεπε να γυριστεί δεκάδες φορές, σε αντίθεση με μια επική σκηνή πλήθους που στην εποχή του βωβού γυριζόταν με την μια.

1757 6

Όλα αυτά τα στοιχεία δημιουργούν στην «Βαβυλώνα» μια αίσθηση άλλοτε γλυκιάς και άλλοτε πικρής νοσταλγίας η οποία σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι αν η μοίρα του σινεμά είναι πάντα να ανασταίνεται εκεί που αργοπεθαίνει (βέβαια δεν είναι η πρώτη ταινία που μιλά για αυτό το θέμα – αρκεί να θυμηθούμε την «Λεωφόρο της Δύσεως» του Μπίλι Γουάιλντερ). Ομως η τρίωρη διάρκειά της, η εξεζητημένη, φαντεζί κινηματογράφηση των πάρτι και ο κάπως άτσαλος χειρισμός της σχέσης του Μάνι με την Νάνσι που εν τέλει αναγκάζονται να συναναστραφούν εγκληματίες, αφήνουν επίσης την εντύπωση ότι μέσα στην βουλιμία του να μιλήσει για όλα, ο Σαζέλ, κάπου, υπήρξε θύμα της ίδιας της υπερβολής του.

Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr

 

Smart Search Module