ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

Σε ένα σκηνικό που παραπέμπει σε αμερικάνικα ‘50s της πατριαρχικής καταπίεσης και των προδιαγεγραμμένων ρόλων στην παστέλ πραγματικότητα των προαστίων, μια σύζυγος ζει την αναμενόμενη για εκείνη καθημερινότητα: Η Άλις είναι εκεί για να ετοιμάζει το πρωινό και το βραδινό του σκληρά εργαζόμενου άντρα της και, μελλοντικά, για να φέρει στον κόσμο τα παιδιά του. Χαμογελώντας, φυσικά.

Όμως μέσα σε αυτή την ουτοπική κοινότητα που κανείς δεν μοιάζει να ξέρει πότε και πώς δημιουργήθηκε –και την οποία διευθύνει κατά μία έννοια μια τύπου Τζόρνταν Πίτερσον φιγούρα–, τα προσωπεία αρχίζουν σταδιακά να σπάνε. Όταν μια γειτόνισσα φτάνει στα όρια της νοητικής κατάρρευσης, η Άλις αρχίζει να αναρωτιέται τι μυστικό κρύβει αυτό το μέρος, και ποια είναι αυτή η τοπ σίκρετ δουλειά που κάνουν κάθε μέρα όλοι οι άντρες της κοινότητας.

1616 8

Το παραπάνω κόνσεπτ μοιάζει αρκετά ανοιχτό σε ερμηνείες και κατευθύνσεις οπότε με λύπη θα σας πληροφορήσουμε πως η ταινία φαινομενικά επιλέγει να μην κινηθεί προς τα πουθενά. Πάνω στην ιδέα σεναριογράφων κυρίως z-movie δημιουργιών, το σενάριο που τελικά παρέδωσε η Κέιτι Σίλμπερμαν (του “Booksmart”, της προηγούμενης δηλαδή ταινίας της σκηνοθέτη Ολίβια Γουάιλντ) σπαταλάει το μεγαλύτερο μέρος της διάρκειας απλώς κινούμενο στους ίδιους χώρους και επαναλαμβάνοντας τα ίδια επιφανειακά μοτίβα.

Χειρότερο από το ότι δεν έχει κάτι ιδιαίτερα μοντέρνο να πει, το μεγαλύτερο αμάρτημα του φιλμ είναι πως (δεν) το λέει με τον πιο πληκτικό τρόπο, σκάβοντας αφηγηματικούς κύκλους στο έδαφος και θυμίζοντας διαρκώς πως θα μπορούσες να παρακολουθείς κάτι άλλο, πιο έξυπνο αντ’αυτού. Οι δημιουργοί του φιλμ επηρεάζονται από το “Get Out” του Τζόρνταν Πιλ και το “Black Mirror” αντλώντας αισθητικά δάνεια από το “Stepford Wives”, μια ταινία που αν και σχεδόν 50 χρόνων πια, παραμένει πιο ευρηματική και παρατηρητική από το φιλμ της Γουάιλντ.

1616 3

Είναι μια πολύ παράξενη περίπτωση δανειακού πισωγυρίσματος, μιας και το ίδιο το “Get Out” αποτελούσε εμφανέστατο (και καθομολογούμενο) απόγονο του ίδιου του “Stepford Wives”. Είναι κάπως απίθανο να θεωρήσουμε πως η Γουάιλντ δεν είχε υπόψην της το “Stepford Wives” οπότε είναι άξιο απορίας το γιατί επέλεξε να εμπνευστεί από μια ταινία (εκείνη του Πιλ) επιστρέφοντας πίσω στην απευθείας επιρροή εκείνης. Είναι σαν κάποιος να γύριζε φιλμικό απόγονο του “Grande Bellezza” αλλά επιλέγοντας να το κάνει ασπρόμαυρο κι επίσης να διαδραματίζεται στη Ρώμη.

Τελοσπάντων, το βασικότερο πρόβλημα του φιλμ είναι η θεματική αμηχανία σε όλα τα επίπεδα. Η Γουάιλντ προσπαθεί να εντοπίσει κάτι το αλλόκοτο σε κάθε γωνιά αυτού του πολύ μικρού τελικά σκηνικού δράσης, σα, εισηγητή σε συνέδριο που σκοτώνει χρόνο επειδή ο βασικός ομιλητής κλειδώθηκε στην τουαλέτα– ή, για την ακρίβεια, επειδή ο βασικός ομιλητής διαπίστωσε λίγο πριν ανέβει στη σκηνή πως δεν είχε απολύτως τίποτα να πει και αποχώρησε. Οι ιδέες περί παραδοσιακών καταπιεστικών δομών ούτε έρχονται με κάποια νέα ή έστω ενδιαφέρουσα οπτική, τα φυλετικά politics του φιλμ είναι βιαστικά και προβληματικά, και αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια νέα συζήτηση είναι αποκλειστικά πράγματα που εισάγονται βιαστικά στα τελευταία λεπτά του φιλμ. (Που καταφέρνουν να είναι εντελώς παλαβά αλλά, σε κάποιο επίπεδο, και περιέργως κάπως προβλέψιμα την ίδια στιγμή.)

1616 4

Ο παραλληλισμός με το “Black Mirror” έχει γίνει, αλλά προς τιμήν εκείνου του σόου, στις καλές του στιγμές –ακόμα κι όταν μια σοκαριστική ανατροπή στο φινάλε αλλάζει τα δεδομένα– υπάρχει νωρίτερα έστω κάποιο κόνσεπτ που έχω σε κάποιο βαθμό εξερευνηθεί. Στην ταινία της Γουάιλντ (ένα τελικά ατυχές follow-up στο συμπαθές ντεμπούτο της “Booksmart”) τον χώρο καταλήγουν τελικά να πρέπει να γεμίσουν οι ηθοποιοί. Το κάστινγκ κυμαίνεται από το χαραμισμένο (η ΚίΚι Λέιν της “Οδού Μπιλ” σε έναν μονοδιάστατο ρόλο) στο ακατανόητο (δεν καταλαβαίνουμε τι ακριβώς κάνει ο Κρις Πάιν), αλλά η προσοχή πέφτει κατανοητά στο πρωταγωνιστικό δίδυμο.

Εκεί, ο ποπ σταρ Χάρι Στάιλς, ύστερα από ένα αξιοπρεπές αλλά κατά βάση μουντό, σύντομο και κοντρολαρισμένο πέρασμα από το “Dunkirk”, αποδεικνύει πως το πέρασμα στην ηθοποιία δεν είναι τόσο εύκολο όσο το κάνει να μοιάζει η Lady Gaga, σε μια αλλόκοτη ερμηνεία που θυμίζει τρακαρισμένο νέο μαθητή σε ωδείο: Προσπαθεί να πατήσει όλες τις σωστές νότες αλλά τις χάνει όλες για λίγο ή για πολύ, δημιουργώντας κάτι σαν ένα παράλληλο παραμορφωμένο ερμηνευτικό μοτίβο. Δε βοηθάει που απέναντί του έχει την Φλόρενς Πιου, μια από τις ευρηματικές και αφοσιωμένες ερμηνεύτριες της γενιάς της, κι η οποία παραδίδει ένα σασπένς κρεσέντο αντάξιο των ανώτερων ‘60s χολιγουντιανών θρίλερ. Είναι στα αλήθεια εκείνη μόνο που διασώζεται (και με το παραπάνω) από ένα φιλμ που, τελικά, μοιάζει να μην ξεκινά ποτέ.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module