Μενού

ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΗΣ, Ο - Γιώργος Ξανθάκης

Η δράση της ταινίας ξεκινά το 1982. Είναι μια καθοριστική χρονιά για την Ισπανία, που συνέπεσε με το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου που διοργάνωσε αλλά και με την ανάληψη της εξουσίας από το Σοσιαλιστικό Κόμμα των Φελίπε Γκονζάλες και Αλφόνσο Γκουέρα. Εκείνη την εποχή ο Andres Exposito (Ricardo Gomez), ένας αστυνομικός από τη Μαδρίτη, καταφθάνει στην Ντένια ως «αντικαταστάτης» ενός υπαστυνόμου, ο οποίος εικάζεται ότι πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών. Ο Andres εγκαθίσταται στον νέο του προορισμό μαζί με τη γυναίκα και την κόρη του, που έχει κάποιο πρόβλημα υγείας. Σύντομα, ο ικανός και δυναμικός αστυνομικός αντιλαμβάνεται τη διαφθορά των συναδέλφων και του προϊσταμένου του. Μόνο ο έντιμος βετεράνος Colombo (Per Ponce) τον ενημερώνει ότι στην πόλη ζουν πολλοί  ναζί εγκληματίες πολέμου, που έχουν αναπτύξει μεγάλη επενδυτική δραστηριότητα σε ακίνητη περιουσία.

1566 6

Ο ισπανός δικτάτορας Φράνκο (που κυβέρνησε την Ισπανία από τον Απρίλιο του 1939 έως το Νοέμβριο του 1975) υπήρξε γνωστός σύμμαχος του Χίτλερ, τον οποίο υποστήριξε, για παράδειγμα, στέλνοντας τη Γαλάζια Μεραρχία στην εκστρατεία των ναζιστικών στρατευμάτων στο ρωσικό μέτωπο. Γι’ αυτό, μόλις τελείωσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, πολλοί από τους ναζί εγκληματίες που καταζητούνταν για εγκλήματα πολέμου βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στην Ισπανία. Οι παράκτιες περιοχές του Αλικάντε έγιναν παράδεισος για τους υπερασπιστές του Τρίτου Ράιχ, μεταξύ των οποίων και ο διάσημος δολοφόνος των Waffen SS, Gehrard Bremer, που εγκατέστησε ένα πολυτελές τουριστικό συγκρότημα, προστατευμένο από το φρανκικό καθεστώς. Ωστόσο αυτή η νοσηρή κατάσταση συνεχίστηκε και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το 1975.

Ακριβώς αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο  ο ισπανός σκηνοθέτης Oscar Aibar (El Bosc του 2012, El Gran Vazquez του 2010, Atolladero του 1995) εικονογραφεί ένα σύμπαν εκτεταμένης διαφθοράς, σε μια πόλη όπου οι σβάστικες κυριαρχούσαν στην κοινωνικοπολιτική  σκηνή.

1566 1

Το θέμα του «Αντικαταστάτη» είναι πολύ ενδιαφέρον, καθώς παρότι η κεντρική πλοκή είναι μυθοπλαστική, πολλά από τα επιμέρους στοιχεία της σε σχέση με τη δράση ναζιστών είναι αληθινά. Ωστόσο, ο Aibar στηρίζει την αφήγηση του κυρίως στη φιλία μεταξύ Andres και Colombo, και στη ρομαντική σχέση του Andres με μια γιατρό, χωρίς να αναλύει και να εξηγεί διεξοδικά τη συμπαιγνία των ντόπιων ακροδεξιών με τους ναζί. Αντίθετα, επικεντρώνεται στη δημιουργία ενός στακάτου αφηγηματικού ρυθμού που αρχικά καθηλώνει τον θεατή, αλλά μετά το πρώτο ημίωρο  παραδίνεται σε σεναριακές ευκολίες. Από την ταινία απουσιάζει η αφηγηματική οικονομία, αλλά αντίθετα κουράζει η επαναληπτικότητα πολλών σκηνών: δεν είναι απαραίτητο να βλέπουμε τον Andres να είναι πάντα με ένα μπουκάλι στο χέρι για να καταλάβουμε ότι είναι αλκοολικός – δεν είναι απαραίτητο να βλέπουμε τον Colombo να βήχει συνεχώς για να θυμόμαστε ότι είναι βαριά άρρωστος – δεν είναι απαραίτητο να βλέπουμε τη γυναίκα του Andres να γίνεται απίστευτα εκνευριστική για να δικαιολογηθεί η ερωτική του σχέση με τη γιατρό. Σαν να μην έφταναν αυτά, στο φινάλε προστίθενται μελοδραματικές καταστάσεις και οι απαραίτητες «χολιγουντιανού» τύπου καταδιώξεις με αυτοκίνητα. Το αποκορύφωμα είναι μια σχεδόν αστεία σεκάνς, στην οποία ένας φιλοναζιστής φλυαρεί άσκοπα στο εξουδετερωμένο θύμα του, εξηγώντας του (χωρίς καν να ερωτηθεί) με ποιον τρόπο θα τον σκοτώσει, μόνο και μόνο για να του δώσει τον κινηματογραφικό χρόνο για μια απίθανη ανατροπή.

Ο «Αντικαταστάτης» περιγράφει μια ανησυχητική και τρομακτική πραγματικότητα με τη διατήρηση -ακόμη και σήμερα- φιλοναζιστικών πυρήνων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά δεν έχει το ειδικό βάρος να κάνει βαθύτερη ανάλυση του φαινόμενου. Μένει μόνο σε μια επιδερμική απεικόνιση, και υποτάσσεται στα στερεότυπα του θρίλερ δράσης. Κρίμα.

Γιώργος Ξανθάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module