Μενού

ΜΑΓΑΖΑΚΙ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΟΔΟΥ (Επαν.) - Γιώργος Ξανθάκης

Ένα σύντομο κείμενο μετά τους τίτλους έναρξης διευκρινίζει ότι o χρόνος δράσης είναι το 1942 και ο χώρος δράσης μια μικρή πόλη κάπου στην καρδιά της Σλοβακίας.

Ο Tono είναι ένας καλοκάγαθος, φτωχός ξυλουργός, του οποίου η υλίστρια σύζυγος παραπονιέται ότι αντί να κερδίζει αρκετά χρήματα, περνά άσκοπα τις ώρες του παίζοντας με το πιστό σκυλί του. Αντίθετα, ο σύζυγος της αδελφής της έχει αναρριχηθεί στην ιεραρχία των ντόπιων φασιστών και ζει πλουσιοπάροχα. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της πόλης, ο Tono δεν συμπαθεί τους φασίστες, αλλά δεν τολμά και να τους εναντιωθεί.

1558 1

Οι ναζί μαζί με τους Σλοβάκους ομοϊδεάτες τους χτίζουν έναν γκροτέσκο πύργο-μνημείο του φασισμού στην πλατεία της πόλης. Παράλληλα θεσπίζονται νόμοι που προβλέπουν την αριανοποίηση όλων των επιχειρήσεων και καταστημάτων που ανήκουν σε Εβραίους, καθώς τοποθετείται ένας άριος επόπτης που μαθαίνει πώς να διευθύνει την επιχείρηση μέχρι να την αναλάβει πλήρως. Ο κουνιάδος τού Tono τον διορίζει ως διαχειριστή σε ένα μικρό κατάστημα στο κέντρο της πόλης, ακριβώς απέναντι από τον φασιστικό πύργο που χτίζεται. Το μαγαζί πουλάει κουμπιά αλλά δεν βγάζει καθόλου κέρδος. Ανήκει στη γλυκιά αλλά βαρήκοη ηλικιωμένη χήρα Rozalia Lautmannova. Ένας ντόπιος λογιστής, ο Imro Kuchar (Martin Holly), αποκαλύπτει  στον Tono ότι στη πραγματικότητα η κυρία Lautmanova βασίζεται σε δωρεές από την τοπική εβραϊκή κοινότητα για να τα βγάλει πέρα. Δεδομένου ότι ο Tono δεν επεδίωκε να εργαστεί στο κατάστημα, συμφωνεί πρόθυμα και αφιερώνει τον περισσότερο χρόνο του επισκευάζοντας τα έπιπλα της ηλικιωμένης γυναίκας, ενώ την αφήνει να το διευθύνει η ίδια. Εκείνη με τη σειρά της, μη καταλαβαίνοντας τον πραγματικό του ρόλο και το κίνητρό του, πιστεύει ότι είναι ένας ευγενικός ξένος που θέλει να τη βοηθήσει και τον αντιμετωπίζει σχεδόν σαν γιο της. Παρά τις ασυνεννοησίες και τις γκάφες που προκαλεί ο Tono με την αδεξιότητα του, οι δυο τους βρίσκουν τρόπο συνύπαρξης. Ωστόσο, η σχέση τους τίθεται σε σκληρή δοκιμασία όταν οι φασίστες συγκεντρώνουν τους Εβραίους της πόλης και τους ανακοινώνουν ότι θα μεταφερθούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης…

Βασισμένο σε ένα διήγημα του Ladislav Grosman, που συνεργάστηκε στο σενάριο με τους σκηνοθέτες Jan Kadar και Elmar Klos, το «Μαγαζάκι της Κεντρικής Οδού» είναι μια ταινία με ασυνήθιστες αντιθέσεις. Πράγματι, το πρώτο μέρος θυμίζει «commedia all’italiana» με ήρωα έναν άνθρωπο που είναι καλοκάγαθος αλλά άτυχος  και με φυσική ροπή να περιπλέκει τη ζωή του. Σταδιακά ο τόνος και το ύφος αλλάζουν, και στο δεύτερο μέρος η ταινία αποκτά την ταυτότητα νεορεαλιστικού δράματος. Η ήσυχη αλλά επικίνδυνη μεταμόρφωση της πόλης αποτυπώνεται χωρίς διολίσθηση στις συμβάσεις του μελοδράματος, που υπάρχει συνήθως σε άλλες θεματικά παρόμοιες ταινίες.

1558 2

Στον θεματικό πυρήνα της ταινίας, οι δημιουργοί της τοποθετούν την εσωτερική ηθική σύγκρουση του κεντρικού ήρωα, τη στιγμή που η νέα τάξη πραγμάτων μοιράζει εξουσία και πλούτο. Ο αξιοθρήνητος Tono αποκτά ένα μαγαζί με άδεια κουτιά, αλλά παρόλο που το κέρδος του είναι αμελητέο, στην πραγματικότητα έχει κάνει το πρώτο βήμα για τον συμβιβασμό του με το ναζιστικό καθεστώς. Στην αρχή της ιστορίας, μετά βίας διακρίνεται από το θύμα του: και οι δυο ευαγγελίζονταν τον ίδιο ηθικό κώδικα και τιμούσαν τους ίδιους κανόνες ζωής. Βέβαια στο τέλος αποδεικνύεται ότι ο Τοno, με τις μικρές του δυνάμεις, δεν  μπορεί να κάνει τίποτα για να εκτροχιάσει την ιστορία, που είναι μια γιγάντια μηχανή που κυλάει έξω από την αντίληψη των ανθρώπων και γίνεται πλήρως κατανοητή μόνο εκ των υστέρων.

Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που το αφηγηματικό νήμα ξετυλίγεται αδιόρατα περνώντας από την ήσυχη καθημερινότητα στην απόλυτη φρίκη: στη σιωπηλή πομπή των Εβραίων που οδηγούνται με ελάχιστα πράγματα σε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή∙ χωρίς πυροβολισμούς, χωρίς ξυλοδαρμούς, μόνο με τις κραυγές των ναζιστικών τεράτων που επιβάλλουν την εξουσία τους με σαδιστική χαρά.

1558 3

Σε μια ακόμη έξοχη σεκάνς, ο Tono, σε παροξυσμό μέθης, μοιάζει να παλεύει με κάποιον ισχυρό «δαίμονα» που τον διατάζει να πάψει να προστατεύει την εβραία χήρα. Πηγαινοέρχεται μέσα στο μαγαζί, σπρώχνει τη σαστισμένη γυναίκα στον δρόμο, μετά την κλείνει σε μια ντουλάπα, μετά επιχειρεί να την τραβήξει ξανά έξω, αναποφάσιστος αν θα πουλήσει την ψυχή του στον διάβολο ή όχι. Οι συγκλονιστικές αυτές σκηνές μεταφέρουν στον θεατή το ρίγος του θανάτου.

Πέρα από τις αλησμόνητες ερμηνείες των Jozef Kroner και Ida Kaminska, στα πλεονεκτήματα της ταινίας πρέπει να προστεθούν η εκφραστική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Vladimir Novotny -γεμάτη απειλητικές σκιές και έντονη υφή- και η μουσική του Zdenek Liska που ενισχύει τη συναισθηματική επίδραση κάθε σκηνής.

Μοναδικό ελάττωμα του φιλμ αποτελεί η αταίριαστη σουρεαλιστική σεκάνς του φινάλε, που υποτίθεται θέλει να δώσει ένα είδος αισιοδοξίας για τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής. Ωστόσο, τόσο αισθητικά όσο και ουσιαστικά δεν έχει το ειδικό βάρος που απαιτείται για μια ταινία με θέμα το «Ολοκαύτωμα». Σύμφωνα με το λατινικό ρητό: «Finis coronat opus». Κάτι που εδώ δυστυχώς δεν τηρείται.

Γιώργος Ξανθάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module