ΑΓΕΛΗ ΠΡΟΒΑΤΩΝ - Θόδωρος Γιαχουστίδης

"Να δούμε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί, οεοε, οεοε"
Όξω ρε κριάρια...

Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περασμένο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου συμμετείχε στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα και τιμήθηκε με το βραβείο κοινού. Ήταν υποψήφια για 10 βραβεία Ίρις, κερδίζοντας τελικά εκείνο για καλύτερο β’ ανδρικό ρόλο, για την ερμηνεία του Άρη Σερβετάλη. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στην Τρίπολη και στο δάσος της Φολόης. Πρόκειται για συμπαραγωγή Ελλάδας, Σερβίας και Αλβανίας, με την σκηνοθέτιδα Ελίνα Ψύκου να έχει credit παραγωγού.

Η υπόθεση: Ο Θανάσης είναι ένας σαραντάρης, που ζει στην Τρίπολη. Είναι παντρεμένος, έχει έναν πιτσιρικά γιο, κι ένα φυτώριο, που τον έχει βάλει για τα καλά «μέσα». Για να διατηρήσει ζωντανή την επιχείρησή του αναγκάζεται να δανειστεί από τον τοκογλύφο Στέλιο, ο οποίος κάποια στιγμή, αρχίζει να πιέζει ολοένα και περισσότερο για να πάρει πίσω τα χρήματά του – εννοείται με υψηλότατο τόκο. Όταν σε μια επίσκεψη του Στέλιου στο φυτώριο του Θανάση ο τελευταίος τον ξεφτιλίζει, ο τοκογλύφος αποφασίζει να πάρει πιο δραστικά μέτρα. Με τη βοήθεια ενός φίλου του από την Αθήνα, προσλαμβάνει δυο κακοποιούς, τον Σωτήρη και τον Παραδείση, προκειμένου να πιέσουν με κάθε τρόπο τον Θανάση, ώστε να επιστρέψει τα χρήματα. 
 
Ο Θανάσης ψάχνει τρόπο να αμυνθεί. Στην απόγνωσή του θα μιλήσει με τον Αποστόλη, με τον οποίο τον ενώνουν πολλά πράγματα. Ο Αποστόλης, που έχει παντοπωλείο, χρωστάει επίσης πολλά χρήματα στον Στέλιο. Εντέλει, οι δυο τους καταλαβαίνουν πως στον κύκλο τους υπάρχουν πολλοί επαγγελματίες, που όλοι χρωστάνε στον ίδιο τοκογλύφο. Ο Θανάσης προτείνει το προφανές: η ισχύς εν τη ενώσει. Όμως, αυτό που αρχικά φαινόταν ως ένας ειρηνικός τρόπος για να αντιμετωπιστεί ο κοινός εχθρός, γρήγορα θα ξεφύγει από κάθε έλεγχο...
 
1518 3


Η άποψή μας: Άλλο η αγέλη κι άλλο το κοπάδι. Και τα δύο είναι οργανωμένες - κατά το μάλλον ή ήττον - ομάδες ζώων από το ίδιο είδος. Μόνο που αγέλη δημιουργούν θηρευτές, ζώα που κυνηγούν, ζώα που έχουν μια κάποια αυτονομία, που μπορούν να καταστρώσουν σχέδια για να πετύχουν το σκοπό τους. Μιλάμε για αγέλη λύκων. Κοπάδι δημιουργούν ζώα... θύματα, ζώα που δείχνουν να μην έχουν ατομικό ένστικτο, που βολεύονται μέσα στο πλήθος, που ακολουθούν τον τσοπάνο ή το τσοπανόσκυλο εκεί που θα τα οδηγήσει: στην ασφάλεια της φυλακής τους. 
 
Αν υπάρχει ένα πράγμα (ίσως το μοναδικό...) που πέτυχε ο Δημήτρης Κανελλόπουλος, που χτύπησε διάνα που λένε σε τούτη την ταινία, είναι ο τίτλος της: αγέλη προβάτων. Τι γίνεται λοιπόν όταν τα πρόβατα αποφασίσουν να το παίξουν... λύκοι; Προφανώς, αποκτούν τα χαρακτηριστικά του λύκου. Με μανιχαϊστικούς όρους, από πλάσματα «καλά κ' αγαθά» γίνονται μοβόρα, κακά, ψυχρά κι ανάποδα. Παύουν όμως να είναι πρόβατα; Άχου, τι να πω κι εγώ, σάματης ξέρω; 
 
Στην ταινία μας. Ο Κανελλόπουλος καλά το σκέφτηκε το πράμα: θα γυρίσω μια ταινία – σκέφτηκε – όπου θα βάλω τα πρόβατα να γίνονται λύκοι. Να χαρώ εγώ. Σαν φιλόδοξος, λίγο αλαζόνας, λίγο «θα σας δείξω εγώ» μάγειρας, πήρε «υλικά» που προφανώς του άρεσαν και σκέφτηκε να... μην ακολουθήσει καμία συνταγή για να προσφέρει στο κοινό του μια γκουρμεδιά δικής του one of εκτέλεσης. Κρίμα όμως, το τελικό αποτέλεσμα δεν τον δικαίωσε. Λίγος Οικονομίδης (κυρίως στην εκφορά του λόγου και στην ένταση των ντεσιμπέλ κάποιες φορές – όχι, γαμωσταυρίδια δεν διαθέτει η ταινία), λίγο... γκρικέστερν (κατά το γουέστερν) σε ότι αφορά τη λογική του «Μια χούφτα δολάρια» (εστιάζουμε στον τίτλο παιδιά, όχι στην ουσία, ναι;), λίγο νεονουάρ καθώς κανείς ήρωας ή/ και αντιήρωας δεν είναι απόλυτα καλός ή απόλυτα κακός, αλλά όλοι κινούνται σε ηθικά γκρίζες περιοχές κι έτοιμο το φαγάκι. 
 
1518 4
 
Μόνο που έχουν γίνει επιλογές, που λειτουργούν εναντίον της ταινίας. Πολλές υποπλοκές, κάποιες εκτός τόπου και χρόνου (όπως το... κέρατο που τρώει ο Αποστόλης), δεν βοηθάνε καθώς και «βαραίνουν» την κυρίως πλοκή αχρείαστα και φορτώνουν υπερβολικά τον θεατή, που ψάχνει πυξίδα για να πιάσει το αφηγηματικό νήμα. Το μοντάζ δεν βοηθάει επίσης: οι σκηνές «κρεμάνε», ο ρυθμός είναι προβληματικός, η ταινία φαίνεται να διαρκεί περισσότερο από όσο διαρκεί πραγματικά. Κι ενώ ο περιεκτικός τίτλος τα λέει όλα, το σενάριο της ταινίας (αυτή η μάστιγα στις περισσότερες ελληνικές ταινίες) φλυαρεί και δεν αποσαφηνίζει επακριβώς τις προθέσεις του δημιουργού. 
 
Αμ το άλλο; Η ταινία ουσιαστικά δεν έχει φινάλε. Εκτός κι αν ο σκηνοθέτης σκέφτεται να γυρίσει ένα «Αγέλη προβάτων 2» κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον, για να δούμε πώς καταλήγει όλη αυτή η ιστορία. Γιατί το «βάλτε φωτιά, κάψτε καλά» του ήρωα που υποδύεται ο Σερβετάλλης, πέρα από το γεγονός ότι ανήκει σε μια εντελώς άλλη ταινία, δεν δίνει καμία λύση. Δεν υπάρχει φινάλε, κάθαρση, πώς το λένε. Μένουν, η πολύ ενδιαφέρουσα κινηματογράφηση, η ικανότητα του σκηνοθέτη να ξέρει πού να τοποθετήσει την κάμερα και να στήσει σωστά κινηματογραφικά πλάνα, η πραγματικά εξαιρετικά διεύθυνση φωτογραφίας και το καστ ως επιλογή. Όχι ως ερμηνείες, καθώς κι εδώ υπάρχει αστοχία υλικού. Ελπίζουμε στη δεύτερη προσπάθειά του σε μεγάλου μήκους ταινία ο Κανελλόπουλος να διαθέτει καλό σενάριο. Γιατί την κινηματογραφική ματιά τη διαθέτει. Οψόμεθα.

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr

Smart Search Module