ΧΑΜΕΝΗ ΚΟΡΗ, Η - Ηλίας Φραγκούλης

Αγγλίδα μόνη, σε διακοπές στις Σπέτσες, παρατηρεί φασαριόζικη οικογένεια λουόμενων και, συνειρμικά, ο νους της «σκαλίζει» διαρκώς τραύματα του δικού της νεανικού παρελθόντος, λάθη μητρότητας κι επιλογές μιας ζωής που… έχασε.

Σε ένα πλαίσιο τυπικού… εφιάλτη καλοκαιρινών διακοπών στην Ελλάδα εξελίσσεται η «Χαμένη Κόρη», το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Μάγκι Τζίλενχολ. «Δυσαρμονία» επικοινωνίας και συνύπαρξης με τους ντόπιους, προβληματάκια που προκύπτουν στο χώρο φιλοξενίας, θορυβώδεις λουόμενοι με παιδάκια, οι οποίοι μπορεί ν’ ακούνε μέχρι και… Μόνικα (!) στην παραλία. Τα γνωστά. Πάνω-κάτω, πράγματα που έχουμε βιώσει όλοι μας, αλλά για ένα ξένο μάτι (από το Μανχάταν μας έρχεται η Τζίλενχολ, αντιλαμβάνεστε) μπορεί να φαντάζουν «εξωτικά» και «περιπετειώδη». Τα άνωθεν εικονογραφούνται σε διόλου ονειρεμένα και κοινότυπα locations στις Σπέτσες (μέγα μυστήριο του σύμπαντος το γιατί αποτελεί προορισμό για παραθερισμό αυτό το μέρος), με την ιστορία να περιστρέφεται γύρω από το υπαρξιακά… ανισόρροπο παρόν της ηρωίδας και τις αναμνήσεις της από μία έγγαμη περίοδο μητρότητας, αδικαιολόγητης αυταρχικότητας και σχεδόν ολοκληρωτικής ανευθυνότητας. Με λίγα λόγια, το έργο μπορεί να συγκριθεί (υποθετικά, δεν τολμώ να πω ότι έχω παρόμοια πείρα) με βίαιη ενόχληση εμμηνόρροιας που κανένα… tampon τούτου του κόσμου δεν είναι ικανό να «τιθασεύσει»!

1522 2

Οι μοναχικές διακοπές της Λέντα διαταράσσονται αρχικά από ανώδυνες παρενοχλήσεις: η ξαφνική και έντονη φωταψία από έναν παρακείμενο φάρο που «χτυπάει» το διαμέρισμά της, η μυρωδιά ενός bowl γεμάτο από φρούτα που έχουν αρχίσει να σαπίζουν, ένα τζιτζίκι που «παρκάρει» στο δεύτερο μαξιλάρι του κρεβατιού της τη νύχτα. Κάποιο πρωινό, ένα τσούρμο Ελληνοαμερικάνων τουριστών με ρίζες στο νησί και κουστωδία που δεν θέλεις να έχεις κοντά σου σε μια παραλία, θα μετατραπεί σε ουσιαστικό πρόβλημα που θα δοκιμάσει τις αντοχές της, μέχρι το παρολίγον δραματικό συμβάν της εξαφάνισης ενός ανήλικου κοριτσιού, το οποίο θα εντοπίσει η Λέντα και θα επιστρέψει στη μητέρα του.

Η Λέντα κάνει στις διακοπές της κάτι που (τελικά) σχεδόν όλοι μας δεν αποφεύγουμε όταν βρισκόμαστε ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους στις διακοπές μας: επεξεργάζεται με το βλέμμα της τους πάντες γύρω της, τους μελετά, τους (ψυχ)αναλύει, είτε προσπαθώντας να τους προσεγγίσει, είτε να τους αποφύγει εντελώς. Θα εστιάσει έντονα στο κοριτσάκι και τη μητέρα του κι αυτό θα της «ξυπνήσει» αναμνήσεις από το δικό της μητρικό παρελθόν, το οποίο η Τζίλενχολ μας αφηγείται πια εμβόλιμα στη δράση του σήμερα. Η Λέντα των 48 ετών είναι μια γυναίκα φορτωμένη με ενοχές, τύψεις, στενοχώριες, έναν προσωπικό «σταυρό» από λάθη που σήκωνε από τα νεανικά της χρόνια, μαζί με τ’ αδιέξοδα ενός γάμου που από πολύ νωρίς στη ζωή της πρόσθεσε και δυο ανήλικα κορίτσια. Η Λέντα του παρελθόντος, όμως, είναι ένα πλάσμα με χαρακτηριστικά που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το πώς πιστεύουμε ότι αισθάνεται σήμερα. Είναι ένα «τέρας» ανικανότητας ως μητέρα, μια εριστική γυναίκα, ανήμπορη απέναντι στα καθήκοντα του ενήλικου (συντροφικού ή μητρικού) ρόλου της, η οποία τα παρατάει όλα με την πρώτη ευκαιρία, «αποδρά» με το άλλοθι της καριέρας και της επαγγελματικής καταξίωσης (σε φιλοσοφικούς και συγγραφικούς κύκλους) ή ερωτοτροπεί σε μια αναζήτηση της χαμένης νιότης (και της επιβεβαίωσης ότι παραμένει επιθυμητή).

1522 3

Η Τζίλενχολ, με εμμονή σε κοντινά πλάνα προσώπων ή κάδρα στα οποία ασφυκτιούν οι βασικοί της χαρακτήρες, κάνει ένα «μακροβούτι» σ’ αυτή την αντίθεση ορμονικής υστερίας, δίχως να επιτρέπει την οποιαδήποτε ανάπτυξη μιας φιλμικής ιστορίας με ενδιαφέρον που θα μπορούσε ν’ αφορά τους θεατές (πλην των γυναικών που μπορεί να κουβαλούν… παρόμοια μυαλά ή να είναι τόσο τσιτωμένες από αλύτρωτες νευρώσεις). Αρκεί μονάχα η αναφορά στο κυρίως «εύρημα» υποπλοκής που κυριαρχεί στο φιλμ: μια κλεμμένη κούκλα που έχει «χαθεί» και κάνει την ανήλικη ιδιοκτήτριά της να βασανίζει τους πάντες με φωνές και κλάματα!

Με την ασφάλεια ότι στα χέρια της κρατά το ερμηνευτικό «υπερ-όπλο» που ακούει στο όνομα Ολίβια Κόλμαν (αλλά και την ανερχόμενη Τζέσι Μπάκλεϊ του «Men», η οποία υποδύεται την νεότερη Λέντα), η Τζίλενχολ σχεδόν σηκώνει τα χέρια ψηλά σκηνοθετικά και μετατρέπει τη «Χαμένη Κόρη» σ’ ένα ακυβέρνητο καράβι που, μέσα στο εξαντλητικά πλήρες δίωρο της διάρκειάς του, μπάζει και νερά, καταλήγοντας σ’ ένα αμήχανο «μη φινάλε» που σήμερα… επιτρέπεται (έως και υμνείται σε φεστιβαλικές διοργανώσεις ή και τα Όσκαρ,πλέον!) διότι μιλάμε για έργο γυναικείο και σινεμά που υπογράφεται από γυναίκα. Αλλά… για ποιο από τα δύο φιλμ μιλάμε εδώ; Είναι τέτοιος ο διχασμός μεταξύ του πριν και του τώρα της Λέντα, τόσο ανεξήγητη και απροσδιόριστη η συναισθηματική μεταστροφή της ηρωίδας, που δημιουργεί ένα τεράστιο χάσμα «κενού» στη συνείδηση του θεατή, ο οποίος δύσκολα θα μπορέσει να ταυτιστεί με κάποια από τις… «δύο» γυναίκες. Τελικά, η ψυχική οδύνη, οι τύψεις και οι ενοχές καταφέρνουν να περάσουν στην απέναντι πλευρά της οθόνης (!), μετατρέποντας την παρακολούθηση της ταινίας σε είδος μαρτυρίου, «ντυμένου» με μουσικές επιλογές που μ’ έκαναν να σαστίσω κυριολεκτικά (από το ατυχέστατο score μέχρι τα τραγούδια με τη Σοφία Λόρεν, τους Talking Heads ή τους Bon Jovi!). Κι έρχεται κι αυτή η κραυγή της πατημένης γάτας στα end credits…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Εάν η Μάγκι Τζίλενχολ ήθελε ν’ αποδώσει σε κινηματογραφική ταινία το πόσο φρικτό μπορεί να προκύψει το ελληνικό καλοκαίρι σε φάση διακοπών, τότε εγώ είμαι αυτός που έκανε το λάθος και το φταίξιμο πάνω μου. Εάν το εννοεί σαν κανονική ταινία που προέκυψε έτσι εκ προθέσεως, το λάθος είναι ολόδικό της. Προσέξτε μη γίνει και δικό σας.

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module