ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΒΡΑΧΙΟΛΙ, ΤΟ - Νίκος Παλάτος

Έφηβο κορίτσι κάθεται στο εδώλιο του δικαστηρίου ως κατηγορούμενη για την δολοφονία της καλύτερής της φίλης. Αθώα ή ένοχη;

Μπορεί ο τίτλος να παραπέμπει σε… ζωγραφικό πίνακα της ολλανδικής χρυσής εποχής, θυμίζοντας έντονα εκείνο «Το Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι» (2003), τούτο «Το Κορίτσι με το Βραχιόλι», όμως, είναι αυτό που λέμε… καμία απολύτως σχέση. Πρόκειται για σύγχρονο, καθαρόαιμο δικαστικό δράμα, που ως προς το καθαρόαιμο του πράγματος έχει πάρει το θέμα του τόσο ζεστά, που σε κάποιες στιγμές νόμιζα πως παρακολουθώ την γαλλική απάντηση στο ντοκιμαντέρ του Μάρκου Γκαστίν «Θέμις» (2008)! Είναι ενδελεχής, αν μη τι άλλο, αλλά αυτή η tricolore ακροαματική διαδικασία του «Κοριτσιού» περισσότερο ως πρόφαση χρησιμοποιείται, καθώς αυτό που ο σκηνοθέτης Στεφάν Ντεμουστιέ έχει κατά νου δεν είναι να παρουσιάσει ένα courtroom θρίλερ με σασπένς κι ανατροπές, μα μια ψυχολογική μελέτη ενός εφηβικού μυαλού με ροπή (;) προς το έγκλημα. Για να το πω πιο απλά, φανταστείτε τον Μίκαελ Χάνεκε να γυρίζει δικαστικό δράμα, δίχως όμως την αψεγάδιαστη κλινική νοσηρότητα της καλής, πρώτης περιόδου του.

1473 4

Το εναρκτήριο πλάνο, όπου αστυνομικοί καταφθάνουν σε μια παραλία για να συλλάβουν την δεκαεξάχρονη Λίζα, η οποία βρίσκεται εκεί με την οικογένεια της, έχει κάτι από την αποστασιοποίηση του «Κρυμμένος» (2005). Δυο χρόνια αργότερα και φορώντας πια ηλεκτρονικό βραχιόλι εντοπισμού στο πόδι (τέτοιο είναι το βραχιόλι του τίτλου και όχι κάποιο στοιχείο που αφορά αυτό καθαυτό το έγκλημα), η νεαρή κοπέλα οδηγείται ενώπιον του δικαστηρίου. Ήταν η τελευταία που είδε ζωντανή τη φίλη της, Φλόρα, αφού είχε περάσει τη μοιραία νύχτα μαζί στο σπίτι της, με τα μυστικά που βγαίνουν στη φόρα για τις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και την επιλογή της να σιωπά αντί να δίνει απαντήσεις στην έδρα, να την καθιστούν κάτι παραπάνω από ύποπτη. Στο διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στη σύλληψη και στη δίκη, οι γονείς της έχουν πια χωρίσει, δείχνουν όμως να στέκουν στο πλευρό της, πιστεύοντας στην αθωότητά της (ειδικά ο πατέρας της). Οι αντιφάσεις στις οποίες υποπίπτει, το μυστήριο με το μαχαίρι του φόνου, καθώς και το σφυροκόπημα της Εισαγγελέως, όμως, φαίνεται να την φέρνουν σε δεινή θέση, παρά την συνετή υπερασπιστική γραμμή της δικηγόρου της.

Ο Ντεμουστιέ δεν ενδιαφέρεται για αναδρομές στο παρελθόν που θα ρίξουν φως στα κύρια πρόσωπα του δράματος, ενώ δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με το θύμα, δίνοντας τις οποίες πληροφορίες γι’ αυτό μέσω των καταθέσεων των μαρτύρων. Ρίχνει όλη του την προσοχή στη κατηγορούμενη Λίζα, μέσω της οποίας προσωποποιεί τη δυσκολία της ενηλικίωσης στη σύγχρονη εποχή, καυτηριάζοντας τη σκληρή ωμότητα των εφηβικών συμπεριφορών. Ως άσσο από το μανίκι, που δίνει τη συγκεκριμένη οπτική στο έργο, βγάζει «ανατροπή» που παραπέμπει σε intellectuel «Εύκολη… Κατά Λάθος» (2010), συναρτήσει της από πλευράς των γονιών της συνειδητοποίησης της άγνοιας για τον χαρακτήρα της ίδιας τους της κόρης. Το τελευταίο τίθεται σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο χάσματος γενεών κι αδυναμίας ουσιαστικού ελέγχου της ζωής των εφήβων.

1473 5

Μοιάζουν ενδιαφέροντα όλα αυτά, όμως, η αποκλειστική τους ένταξη στο πλαίσιο μιας δίκης, επιπροσθέτως δίχως να υπάρχει καμία απολύτως αναφορά στον αντίκτυπο που έχει στην κοινή γνώμη η υπόθεση αυτή, αφαιρεί πολλά από το ζητούμενο της κινηματογραφικότητας. Τούτο γίνεται ακόμη χειρότερο εξαιτίας των διαδικασιών του γαλλικού δικαστηρίου, συγκριτικά μ’ εκείνες του πολύ πιο γνώριμου σ’ εμάς (μέσω του σινεμά, ασφαλώς!) αμερικανικού: είναι εντελώς «κρύες», στερούμενες της καλώς εννοούμενης υπερβολής και θεατρικότητας που θα έκανε το αποτέλεσμα να μοιάζει περισσότερο με… σινεμά.

Είναι ξεκάθαρα μονότονη η δίκη της Λίζα, με τις αγορεύσεις και τις ερωτήσεις της έδρας, πόσω μάλλον όταν (σύντομα) γίνεται σαφές πως περισσότερο δικάζεται το ήθος του κοριτσιού επί το γενικότερο και όχι τόσο η πιθανή της εμπλοκή στην δολοφονία της φίλης της. Τουλάχιστον, η πρωτοεμφανιζόμενη Μελισά Γκερς φέρνει με άνεση εις πέρας τον ρόλο της, παίζοντας με το βλέμμα και τις εκφράσεις του προσώπου της, καθώς βρίσκεται μονίμως καθισμένη στο εδώλιο του κατηγορουμένου, η δε δικηγόρος της, Αννί Μερσιέ, στέκει σαν μητρική φιγούρα απέναντί της, μιας και η δική της δείχνει πως (για λόγους που ένεκα σεναριακής προσέγγισης παραμένουν σταθερά… άγνωστοι!) έχει απομακρυνθεί απ’ αυτήν. Η τελευταία κίνηση της Λίζα δίνει στο «Κορίτσι με το Βραχιόλι» μια διττή ερμηνεία, που μπορεί να σημαίνει και «επιτέλους, ενηλικίωση». Ή μπορεί και να έχει να κάνει με τον φόνο. Το χέρι μου στη φωτιά, πάντως, δεν το βάζω!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Σαν να ‘χεις πιάσει θέση σε δικαστική αίθουσα και να παρακολουθείς τη σχετική διαδικασία. Η υπόθεση δε σε αφορά σε προσωπικό επίπεδο, αφού δεν είναι δικός σου άνθρωπος αυτός που δικάζεται, από περιέργεια, όμως, κάθεσαι να δεις εάν ο κατηγορούμενος είναι τελικά αθώος ή ένοχος. Εάν λάβεις υπόψη σου πως το φιλμ ανήκει στο σύγχρονο «art-house», τότε μάλλον μπορείς ν’ αντιληφθείς τι απάντηση θα λάβεις περί τούτου. Η ταινία αποτελεί remake ενός αργεντίνικου φιλμ του 2018 με τίτλο «Acusada», έκανε πρεμιέρα σε διάφορα Φεστιβάλ από το καλοκαίρι του 2019 κι έπειτα, και φτάνει τον… Μάιο του 2022 να διανέμεται στα σινεμά της χώρας μας. Ολόκληρη η θερινή ελληνική διανομή μέσα σε δύο γραμμές!

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module