ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠ' ΤΟΝ ΒΟΡΡΑ, Ο - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

<p>Τον εξαιρετικό, εκπληκτικά όμορφο, τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούσε τους αρχαίους θρύλους και μύθους ο Ρόμπερτ Έγκερς, τόνιζα πριν από δυο χρόνια στην κριτική μου για την προηγούμενη ταινία του, «Ο φάρος» (2019), που σήμερα επιστρέφει με αυτή την επική περιπέτεια εκδίκησης και βίας, «Ο άνθρωπος απ’ τον Βορρά», βασισμένη σ’ ένα εντελώς διαφορετικού είδους θρύλο, τον ισλανδικό, που στάθηκε έμπνευση για τον Σέξπιρ στην τραγωδία του «Άμλετ».</p>
<p style="text-align: center;"><img src="/images/critics/2022/1460_1.jpg" alt="1460 1" width="750" height="500" /></p>
<p>Η ταινία αρχίζει με τον βασιλιά Ορβαντίλ (Ίθαν Χοκ) να επιστρέφει από ένα πρόσφατο πόλεμο και να τον υποδέχονται η βασίλισσα Γκούντρουν (Νικόλ Κίντμαν), ο μικρότερος γιος του Άμλεθ (Όσκαρ Νόβακ) και ο αδερφός του Φιόλνιρ (Κλάες Μπανγκ). Από τα βλέμματα κιόλας και τον τρόπο με τον οποίο η κάμερα αντιμετωπίζει τα πρόσωπα, καταλαβαίνουμε πως κάτι σάπιο υπάρχει στο σκανδιναβικό αυτό βασίλειο του Ορβαντίλ (ήδη σε μια από τις πρώτες σκηνές, η Γκούντρουν αντιμετωπίζει περίεργα τον Άμλεθ όταν εκείνος μπαίνει τρέχοντας στο δωμάτιό της, όπου αυτή φτιάχνεται, σίγουρα για κάποιον άλλον, για να της αναγγείλει τον ξαφνικό ερχομό του πατέρα του). Στις επόμενες κιόλας σκηνές ο Φιόλνιρ θα σκοτώσει τον αδερφό του Ορβαντίλ για να αναλάβει την εξουσία με βασίλισσα την Γκούντρουν, ενώ ο Άμλεθ, κυνηγημένος από τους στρατιώτες του θείου του, καταφεύγει στη χώρα του Ρους, όπως ήταν τότε γνωστή η Ρωσία.</p>
<p>Θα ξανασυναντήσουμε τον Άμλεθ, μερικά χρόνια αργότερα, όταν μεγάλος πια (Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ), αρχικά σκλάβος στη χώρα των Ρους, κι ερωτευμένος με μια άλλη σκλάβα, την Όλγα (Άνια Τέιλορ-Τζόι), θα αναβαθμιστεί χάρη στην ευρωστία και την ανθεκτικότητά του, σε ισάξιο πολεμιστή, που του δίνει την ευκαιρία να εστιάσει στην από τα παιδικά του χρόνια απόφαση για εκδίκηση («Θα σε εκδικηθώ πατέρα – θα σε σώσω μητέρα – θα σε σκοτώσω Φιόλνιρ»), αρχίζοντας να παίρνει μέρος στις επιθέσεις σε διάφορα χωριά – σε ένα μάλιστα απ’ αυτά κλείνουν και καίνε γυναίκες και παιδιά σ’ ένα σπίτι (μια πολύ όμως διαφορετική εικόνα από την παρόμοια στο «Έλα να δεις» του Έλεμ Κλίμοφ), με τον Άμλεθ να παρακολουθεί αμέτοχος, από μακριά. Για να συμμετέχει όμως στις υπόλοιπες, υπερβολικά συχνά βίαιες μάχες, σφάζοντας και διαμελίζοντας με εκδικητικό μένος τα κορμιά των εχθρών, και βγάζοντας άναρθρες κραυγές, μιμούμενος το λύκο – όπως, μικρό, τον είχε εκπαιδεύσει ο πατέρας του, στις μυστικιστικές επικλήσεις στους προγόνους, με καθοδηγητή τον Τρελό (Γουίλεμ Νταφόε), ή αργότερα στις παρεμβάσεις μιας άλλης με καλυμμένο κεφάλι Μάντισσας (Μπγιορκ).</p>
<p style="text-align: center;"><img src="/images/critics/2022/1460_4.jpg" alt="1460 4" width="750" height="420" /></p>
<p>Production designer και σκηνοθέτης αρχικά του θεάτρου, ο Έγκερς είχε κιόλας δείξει τη φαντασία και τη δημιουργικότητα του οραματιστή ήδη στις δυο προηγούμενες ταινίες του, «Η μάγισσα» (2015) και «Ο φάρος». Στη νέα του αυτή ταινία, με μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες και μ’ ένα θέμα με το οποίο άλλοι σκηνοθέτες θα περιορίζονταν σε μια μπλοκ-μπάστερ περιπέτεια, κατάφερε να ξεφύγει εντελώς από το είδος, φτιάχνοντας μια εικαστικά λαμπρή, στημένη με φαντασία και όραμα (ανάμεσα στις πιο ωραίες και πρωτότυπες σκηνές αναφέρω εκείνη του φινάλε με τους δυο πολεμιστές να μάχονται με φόντο ένα ενεργό ηφαίστειο), ταυτόχρονα και την καλύτερη περιπέτεια με Βίκινγκς, πολύ πιο ρεαλιστική και κοντά στην πραγματικότητα απ’ ότι οι δυο καλύτερες μέχρι πριν ταινίες («Οι Βίκινγκς», 1958, του Ρίτσαρντ Φλάισερ και «Valhalla Rising», 2009, του Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν).</p>
<p>Με το βασισμένο σε διεξοδικές μελέτες ωραίο σενάριο του Ισλανδού ποιητή και μυθιστοριογράφου Σιόν (σεναριογράφου του «Αμνού»), όπου και η γλώσσα έχει μια αναζήτηση της αυθεντικότητας (σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Έγκερς εξηγούσε πόση έρευνα έγινε, όπου ανάμιξαν τα παλιά Νορβηγικά με την μεσαιωνική αγγλική γλώσσα, για να δοθεί κάτι ακόμη πιο πειστικό), με την υποβλητική μουσική του Σεμπάστιαν Γκέινσμπορο, με διευθυντή φωτογραφίας τον Γιάριν Μπλάσκε (με χρώματα από τα πιο εντυπωσιακά και ωραία που είδαμε τα τελευταία χρόνια σε ταινία) και μοντέρ την Λουίζ Φορντ (τους δυο τελευταίους, συνεργάτες του και στις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη), ο Έγκερς κατάφερε να φτιάξει μια ταινία με εκπληκτικές εικόνες: από εκείνες των μυστικιστικών τελετουργιών και των πανηγυρισμών των Βίκιγνκς μετά από τις νίκες τους, μέχρι τις στημένες με μεγάλης διάρκειας πλάνα, και με εκπληκτική χορογραφία, άγριες σκηνές των μαχών, με τους αλαλάζοντες Βίκινγκς να σκορπούν με ακράτητο μένος το θάνατο, κι όπου η σάρκα, το αίμα και το χώμα, γίνονται ένα, όλα δοσμένα με ένα ρυθμό και μια αρμονικότητα πέρα από εκείνες που δημιουργούν τα συνηθισμένα CGI εφέ, για να μας προσφέρει από τη μια, την έξαψη και τη συγκίνηση μιας ταινίας όπως ο «Πράσινος ιππότης» και από την άλλη, την πνευματική απόλαυση μιας ταινίας όπως ο «Αντρέι Ρουμπλιόβ».</p>
<p style="text-align: right;"><em>Νίνος Φένεκ Μικελίδης</em><br /><em>Το κείμενο δη</em><em>μοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα <a href="https://www.enetpress.gr/%ce%bd%ce%b5%ce%b5%cf%83-%cf%84%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%b5%cf%83-%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%80%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b5%cf%80%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80/" target="_blank" rel="noopener">enetpress.gr</a></em></p>

Smart Search Module