ΒΟΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Η - Ιφιγένεια Καλαντζή

Μια συνοριακή γραμμή χωρίζει την πατρίδα από την ξενιτιά και την προσφυγιά, τον συμπατριώτη από τον ξένο. Έννοια που πραγματεύεται στο «μετέωρο βήμα του πελαργού» ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, από το 1991, περίοδο της κρίσιμης μετάβασης στη μετασοβιετική εποχή, με τους πρώτους πρόσφυγες. Σ’ αυτή την έννοια αναφέρεται και ο δημοσιογράφος και κινηματογραφιστής Θωμάς Σίδερης, στο νέο ντοκιμαντέρ του «Τα ρόδια του Ναγκόρνο Καραμπάχ», ένα οδοιπορικό στις αμφισβητούμενες περιοχές, μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, που σκιαγραφεί το ανθρώπινο πορτραίτο μιας εμπόλεμης περιοχής, με περιρρέουσα τη ρευστότητα τόσο του χώρου, όσο και της ταυτότητας όσων κατοικούν εκεί.

Στην αρχή του ντοκιμαντέρ, παρουσιάζεται σε αργή κίνηση η συγκλονιστική τηλεοπτική εικόνα της μαζικής φυγής των Αρμένιων χωρικών από το Ναγκόρνο Καραμπάχ, που καίνε τα σπίτια τους πριν καταφύγουν στην Αρμενία, μερικές μέρες πριν το Αζερμπαϊτζάν ανακτήσει τον έλεγχο της περιοχής από τους Αρμένιους αυτονομιστές, στα πλαίσια της ειρηνευτικής συμφωνίας του 2020.

1425 1

Χωρισμένο το ντοκιμαντέρ σε 12 κεφάλαια και επίλογο, επιχειρεί μέσα από κάποιες κοινές θεματικές, όπως «καπνός», «σπίτια», «απομεινάρια», «στρατιώτες» να αναδείξει πότε αντιθέσεις και πότε αντιστοιχίες, με το ένα κεφάλαιο συχνά να εισχωρεί στο άλλο, σε μια ρευστότητα του χώρου, ταυτόχρονα με μια ρευστότητα των επί μέρους ενοτήτων, εντάσσοντας σε μια κοινή μοίρα τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές. Οι εκτοπισμένοι κάτοικοι μιλάνε στην κάμερα γεμάτοι πίκρα για τα εδάφη που χάσανε, ενώ οι αντίπαλοι πανηγυρίζουν που ανακτούν τις περιοχές τους. Εστιάζοντας στις συνέπειες του πολέμου, με τα καμένα σπίτια των εκτοπισμένων και τον πόνο για χιλιάδες στρατιώτες εκατέρωθεν, νεκρούς ή αγνοούμενους, στο ντοκιμαντέρ επικρατούν οι εκκωφαντικοί ήχοι από τις αψιμαχίες, ενώ αποφεύγονται οι εικόνες των συρράξεων. Τονίζοντας το σχήμα μιας αντίστροφης κίνησης, καταγράφονται φορτηγά που μεταφέρουν τους κόπους μιας ζωής όσων Αρμένιων εκτοπίζονται, κουβαλώντας ακόμα και τα κοπάδια τους, ενώ στρατιωτικά καμιόνια με πυρομαχικά και στρατιώτες πηγαινοέρχονται στην εμπόλεμη ζώνη.

Η ταφή Αρμένιου στρατιώτη, με συντετριμμένους συγγενείς ολόγυρα, έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα ενός Αρμένιου που ξεθάβει τα λείψανα του θείου του, πριν περάσει η περιοχή στους αντίπαλους. Το σπίτι ενός κτηνοτρόφου παρέμεινε στη μια πλευρά, ενώ τα μαντριά του έχουν βρεθεί στην άλλη. Ένας αγρότης δεν γνωρίζει σε ποια από τις διαφιλονικούμενες περιοχές ανήκει το γεμάτο ροδιές κτήμα του, οπότε πριν φύγει αποφασίζει να μαζέψει τα κατακόκκινα ρόδια, φορτισμένα με ιδιαίτερη σημασία στο ντοκιμαντέρ, ως αναφορά και στην ταινία «Το χρώμα του ροδιού» (1968), του αρμένικης καταγωγής σοβιετικού σκηνοθέτη και καλλιτέχνη Σεργκέι Παρατζάνωφ. Τα ρόδια, ως συμβολικά μοτίβα, επανέρχονται στο ντοκιμαντέρ σε ποιητικές ασπρόμαυρες σκηνές, πότε με έναν έφηβο με ρόδι στο χέρι, άλλοτε με ένα κορίτσι που κρατά καλάθι με ρόδια και πότε στα πλάνα όπου δυνατό αντρικό χέρι στύβει ένα ρόδι, λεκιάζοντας το χώμα, ενώ σε κάποιες έγχρωμες εικόνες από τα ρημαγμένα σπίτια, τοποθετείται συχνά σε πρώτο πλάνο ένα ρόδι.

1425 2

Εκτός από τις πρωτότυπες παραδοσιακές συνθέσεις του Χρήστου Τσιαμούλη, η επιμελημένη μουσική είναι αντιπροσωπευτική της αρμένικης παράδοσης, με το χαρακτηριστικό πένθιμο ηχόχρωμα του ντουντούκ, αρμένικου παραδοσιακού πνευστού με χαρακτηριστικό ελαφρώς πνιχτό ήχο και βελούδινη χροιά, στα κοντινά γεμάτα απόγνωση πρόσωπα των ξεριζωμένων. Ξεχωρίζει το αρμένικο τραγούδι «Kele Kele», του Αρμένιου ιερέα, εθνομουσικολόγου και συνθέτη Κομιτάς Βαρταπέτ (1869-1935), με τον Αρμενάκ Σαχμουραντιάν, στις εικόνες με τους καπνούς από τα καιγόμενα σπίτια, ενώ πλάνα με μητέρες που βαστούν φωτογραφίες των νεκρών παιδιών τους συνοδεύονται από το θλιμμένο «Zov Arek», με την κορυφαία Αρμένισσα τραγουδίστρια Λουσίκ Κοσιάν (1921-1984).

Στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ, στο πρόσφατο ΦΝΘ, ο Σίδερης επεσήμανε την τραγική επικαιρότητα του θέματος με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, έναν άλλο θύλακα του μετασοβιετικού χώρου. Στην προσπάθειά του να κάνει μια ποιητική ταινία, μέσα από τη διαπραγμάτευση του χώρου, για έναν πόλεμο που κρατάει κοντά σαράντα χρόνια, ανέφερε ότι επιχειρεί να διερευνήσει πώς προσδιορίζονται οι εκατέρωθεν εμπλεκόμενοι, συγκροτώντας τη δική τους ταυτότητα, σε σχέση με τους αντίπαλους.

Στην πειραματική ταινία «Η βοή του κόσμου», του Πέτρου Σεβαστίκογλου, που αποτελείται αποκλειστικά από διαλόγους, ήχους, μουσική και εικόνες από τις τέσσερις μεριές της γης, διερευνάται η δύναμη του κινηματογραφικού μέσου, σε μια ταινία δίχως αρχή, μέση και τέλος, αλλά και δίχως υπότιτλους. Καταγράφοντας εικόνες τόπων, τοπίων, πόλεων, εντόμων και κυρίως πρόσωπα νέων ανθρώπων, από Ρωσία, Σενεγάλη, Κίνα, Αμερική και Βραζιλία, ο σκηνοθέτης προβαίνει στη σύνθεση και επεξεργασία τους με διαφορετικά φίλτρα, επιχρωματισμούς, ανετάριστα πλάνα ή ασπρόμαυρη φόρμα, μαζί με ήχους, διαλόγους σε διάφορες γλώσσες και πολύ πρωτότυπη μουσική από τους Prefabricated quartet. Μέσα από τις προσωπικές κινηματογραφικές αναφορές και διαδρομές του σκηνοθέτη, αυτό το κινηματογραφημένο κοινωνιολογικό αμάλγαμα αναδεικνύει μέσα από ένα παραθετικό μοντάζ πολιτισμικές αντιθέσεις και συζεύξεις, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, επιχειρώντας να απαντήσει στο πρωταρχικό ερώτημα οντολογικής φύσεως του Αντρέ Μπαζέν «τι είναι ο κινηματογράφος».

1425 5

Σε πλήρη αντιδιαστολή, ξεπροβάλλουν απίθανες γειτνιάσεις τοπίων, από τα καταπράσινα λιβάδια της ρώσικης υπαίθρου, στους χωματόδρομους κάποιας Αραβικής πόλης και από εκεί στη Σενεγάλη, με τα τεράστια δέντρα, ως τους περίεργους κορμούς-γλυπτά στις όχθες του Αμαζόνιου, με κοντινά πλάνα στα εργατικά μυρμήγκια και τις πορτοκαλοκίτρινες μέδουσες, κάποιου ενυδρείου. Η τριτοκοσμική αίσθηση στις αλάνες και τα χαμόσπιτα της Σενεγάλης, με τα υπερφορτωμένα από ανθρώπους λεωφορεία, βρίσκεται σε περίεργη συμπληρωματική αντίθεση με τις πολυσύχναστες αμερικανικές λεωφόρους του Λος Άντζελες και του Λας Βέγκας, όπου ανάμεσα στις πολύχρωμες επιγραφές που αναβοσβήνουν και στους μασκαρεμένους με στολή υπερηρώων κυκλοφορούν και σωσίες διασημοτήτων. Μια Μέριλιν Μονρόε προσκαλεί αυτοπροσώπως τους περαστικούς σε κάποιο εστιατόριο, ενώ στα τεράστια εμπορικά κέντρα, στη γη της αφθονίας, ολόκληρο το ταβάνι είναι μια οθόνη.

Σ’ αυτή την ανθρωπολογική γεωγραφία, μέσω του σινεμά, αναδεικνύεται ο ρόλος των κυρίαρχων πανομοιότυπων προτύπων, που κατακλύζουν την παγκόσμια αγορά σε εικόνες και ήχους, δημιουργώντας περίεργες ομοιότητες παρά τις αποστάσεις. Σε μια σύγχρονη εξ αποστάσεως διαδικασία εκμάθησης, στην εποχή της παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας, ένας νεαρός στην Κίνα μαθαίνει μέσω διαδικτύου στην κιθάρα του κάποιο ροκ κομμάτι. Τα πλάνα ροκ συναυλίας στο θρυλικό «Viper Room», στην Καλιφόρνια, ακολουθούν εικόνες από κάποιο νάιτ κλαμπ, όπου εκστασιασμένοι νέοι χορεύουν το «Bella ciao», σε τέκνο εκδοχή, ενώ στην Κίνα διασκεδάζουν τραγουδώντας ποπ κινέζικες επιτυχίες σε καραόκε μπαρ, με την κάμερα σε διαρκή κίνηση να αιχμαλωτίζει εικόνες ενός κόσμου που αλληλοσυνδέεται. Εκεί που οι Στρομπ και Ουιγιέ συναντούν τον Ζαν Ρους και τον Κρις Μαρκέρ, αναδύονται κοντινά σαρκικά πλάνα από τους ερωτικούς εναγκαλισμούς ενός ερωτευμένου ζευγαριού, που θα μπορούσε να είναι μια έγχρωμη εκδοχή της στοιχειωμένης εισαγωγής από το «Χιροσίμα αγάπη μου» (1959/Αλέν Ρενέ), ενώ μια πανέμορφη ξανθιά νεαρή Ρωσίδα με κοντό αλά γκαρσόν μαλλί, που σιγομουρμουράει όλο νάζι κάποιο ρώσικο τραγούδι, ανακαλεί μια σύγχρονη εκδοχή της Τζίν Σίμπεργκ, από το «Με κομμένη την ανάσα» (1960/Γκοντάρ), σε μια κοινωνία του θεάματος, όπου οι κινηματογραφικές εικόνες επανέρχονται και ανακυκλώνονται στην αιωνιότητα.

Ιφιγένεια Καλαντζή 
Το κείμενο δημοσιοεύτηκε στον ιστοσελίδα edromos.gr

Smart Search Module