MORBIUS - Κωνσταντίνος Καϊμάκης

Παγιδευμένος για όλη του σχεδόν τη ζωή σε ένα σώμα σημαδεμένο από σπάνια ασθένεια του αίματος που τον οδηγεί αργά αλλά σταθερά στοn θάνατο, ο ιδιοφυής βιοχημικός Μάικλ Μόρμπιους πειραματίζεται με παράνομες και ανορθόδοξες μεθόδους. Το αποτέλεσμα είναι να μεταμορφωθεί σε ένα είδος βαμπίρ που οι υπεράνθρωπες δυνάμεις του διατηρούνται μόνο όσο πίνει ανθρώπινο αίμα.

Ο Morbius είναι από τους πιο αμφιλεγόμενους ήρωες της Marvel. Γεννημένος το 1971 στο τεύχος 101 του Amazing Spider Man, με αρχική αποστολή του να είναι η αντιπαλότητα με τον Άνθρωπο-Αράχνη, ο Morbius αποτελεί έναν χαρακτήρα που πασχίζει να κάνει το καλό αλλά οι συνθήκες της νέας του ζωής δεν του το επιτρέπουν. Με πειραματόζωο τον ίδιο του τον εαυτό, ο αποφασισμένος και απελπισμένος επιστήμονας πετυχαίνει όχι μόνο να κερδίσει παράταση ζωής αλλά και να αποκτήσει υπεράνθρωπες δυνάμεις. Όμως το συνθετικό αίμα της νυχτερίδας που πλέον κυλά στις φλέβες του χρειάζεται συνεχή ενίσχυση από ανθρώπινο αίμα για να διατηρεί τις θαυματουργές ιδιότητές του. Η σύζευξη του κλασικού βαμπιρικού μύθου με την τεχνοτροπία των υπερηρώων της Marvel προκαλεί την προσδοκία μιας αληθινά ξεχωριστής περιπέτειας.

1423 2

Στο καλοφτιαγμένο πρώτο μέρος κάμπτονται οι απαιτήσεις ακόμη και των πιο δύσκολων θεατών, καθώς ο άνισος Ντάνιελ Εσπινόζα («Child 44», «Το κρησφύγετο», «Life») πετυχαίνει διάνα στη δημιουργία μιας υπερβατικής για το είδος ατμόσφαιρας τρόμου. Χάρη σε μια σειρά ψαγμένων στιγμιότυπων (ευρηματικές εικόνες, πετυχημένοι χαρακτήρες, δυνατές ανάσες χιούμορ) που συνθέτουν μια αίσθηση απροσδιόριστης μελαγχολίας, ο Σουηδός σκηνοθέτης καταφέρνει να δώσει μια σχετικά ρεαλιστική πραγματικότητα. Οι βασικοί χαρακτήρες σε τούτο το πένθιμο σκηνικό σηκώνουν τον δικό τους σταυρό του μαρτυρίου. Καθώς ο ήρωας με τον επίσης ανάπηρο κολλητό του βγάζουν όλη την πίκρα τους –αν και πασπαλισμένη από διαλόγους αυτοσαρκασμού– για τη μοίρα των «λίγων απέναντι στους πολλούς» ο σκηνοθέτης τούς δίνει ξεκάθαρο ηθικό προβάδισμα για όσα μακάβρια ακολουθήσουν. Το καθοριστικό πείραμα στο πλοίο δεν είναι μόνο η επιβεβαίωση όλων των παραπάνω αλλά και μια σκηνή φτιαγμένη με τρομερή ένταση. Το υπόγειο θρίλερ που υφαινόταν για σχεδόν 40 λεπτά αρχίζει πλέον να παίρνει ξεκάθαρη μορφή, καθώς το πρόσωπο του αιμοσταγούς βρικόλακα εναλλάσσεται με αυτό της αγγελικής ομορφιάς του Λέτο (κάτι που προφανώς είχε στον νου του ο Εσπινόζα όταν επέλεγε τον μέχρι πρότινος «Τζόκερ» της «Ομάδας αυτοκτονίας» για τα δικά του σχέδια) και το πέρασμα της δράσης σε άλλα επίπεδα ανοίγει την όρεξη για περισσότερο θέαμα.

Όμως δυστυχώς η ταινία δεν ολοκληρώνεται με την ανάλογη ισορροπία. Η κατασκευή αρχίζει να βαραίνει από τον βομβαρδισμό των ειδικών εφέ, οι εξαϋλωμένες φιγούρες του Καλού και του Κακού πετάνε από τον ένα ουρανοξύστη στον άλλον, πολλές φορές χωρίς σκοπό, το συναισθηματικό βάθος της κεντρικής ιδέας καλύπτεται πλέον από ανούσια ηθικά διλήμματα ή τετριμμένα τσιτάτα για το «τέρας που κρύβουμε μέσα μας». Ακόμη κι έτσι πάντως, η ταινία βλέπεται με άνεση και, αν συνοδευτεί από την αναμενόμενη εμπορική επιτυχία, λογικά σε κάνα-δυο χρόνια θα έχουμε και τη συνέχεια της, όπως δηλώνει άλλωστε και το ανοιχτό φινάλε της.

Κωνσταντίνος Καϊμάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα athensvoice.gr

Smart Search Module