MORBIUS - Νίκος Παλάτος

Διακεκριμένος επιστήμονας, πάσχων από σπάνια αιματολογική ασθένεια, ψάχνει εναγωνίως τον τρόπο με τον οποίο θα σταθεί στα πόδια του. Πειραματιζόμενος πάνω στον ίδιο του τον εαυτό, θεωρεί πως, επιτέλους, κατάφερε να γλιτώσει από τον βραχνά της καθημερινής μετάγγισης αίματος. Κάποιο λάκκο, όμως, έχει… το αίμα.

Στην τρίτη της, πια, προσπάθεια στο γήπεδο της Marvel και του σύμπαντος του Spider-Man (πιο συγκεκριμένα), η SONY επιχειρεί μια κάποια διαφοροποίηση ύφους του υπερ-ηρωικού της franchise. Σε σχέση τόσο με το πρώτο σχετικό εγχείρημα του «Venom» (2018), όσο (πολύ περισσότερο) με το sequel που ακολούθησε τρία χρόνια έπειτα, τούτος ο «Morbius» διαθέτει μια ελαφριά, σκοτεινή horror χροιά στην ατμόσφαιρα (με έμφαση στο «ελαφριά»…), σε σημείο αυτή τη φορά το PG-13 να μοιάζει (κάπως) αιτιολογημένο. Οι διαφορές εν πολλοίς σταματούν εδώ, αφού… αντιγράφοντας ουσιαστικά την πρώτη παράγραφο του κειμένου του Ηλία Φραγκούλη, για το τρόπον τινά πρωτόλειο «Venom», παρατηρούμε πως και στο «Morbius» δεν εστιάζουμε ακριβώς σε υπερφυσικές δυνάμεις και συγκρούσεις για την (αιώνια…) διάσωση του πλανήτη, αλλά μεταφερόμαστε σ’ ένα πλαίσιο επιστημονικής φαντασίας, όπου το προκύπτον γήινο κράμα βαμπίρ – νυχτερίδας ως αποτέλεσμα ιατρικού πειράματος που πήγε λάθος, απειλεί να καταστρέψει τη ζωή του κεντρικού ήρωα. Το φινάλε μας προϊδεάζει για την τύπου superhero ωρίμανση της συνύπαρξης μεταξύ του Δρ. Μάικλ Μόρμπιους και του… Morbius, μέχρι να καταφθάσει το sequel, όμως, θα πρέπει να περιμένουμε ολίγα χρόνια και 104 λεπτά της ώρας. Δεν είναι πολλά και… κάπως παλεύονται, όμως, ενθυμούμενος τo sequel το οποίο προέκυψε την προηγούμενη φορά που στο FREE CINEMA διαβάσατε τις ίδιες (περίπου) γραμμές, ομολογώ πως με κυριεύει τρόμος μεγαλύτερος κι απ’ αυτόν που θα ένιωθα εάν έβλεπα έξαφνα εμπρός μου την «καλή», βαμπιρέ version του Dr. Morbius!

1423 2

Στη λογική του όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν, η σεναριακή βάση του «Morbius» πατάει, μεν, πάνω στην α λα «The Fly» (1958) προοπτική ενός ανορθόδοξου πειράματος, πλην όμως η ’90s αισθητική που κυριαρχεί, περισσότερο παραπέμπει στο βαμπιρικό πλαίσιο ενός «Blade» (1999) και ουχί στο horror παράθυρο που χάρη στο στόρι ανοίγεται διάπλατα. Δεν υπάρχει ούτε τόλμη, ούτε (φυσικά) διάθεση για κάτι που θα ξεφεύγει από τα τετριμμένα της εφηβικής αντιμετώπισης του πράγματος. Προς επίρρωση τούτου, στέκει το γεγονός πως τα βαμπίρ εδώ χάμω δαγκώνουν, αλλά χωρίς να περνούν την «κατάρα» στα θύματά τους, μιας και αυτό από μόνο του θα λειτουργούσε ως αφορμή να οδηγηθεί η πλοκή «αλλού». Μπορεί η σεκάνς στον ημιφωτισμένο διάδρομο του νοσοκομείου να μπορούσε (ίσως) να σταθεί στο δια χειρός Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ remake της «Μύγας» (1986), αλλά τα δεκάδες θανατηφόρα (#diplhs) slow motion του κινούμενου με εξωφρενική ταχύτητα Morbius, θα κοβόντουσαν ακόμη και από τα τελευταία «X-Men», ως… παρωχημένης αντίληψης! Έχουμε, δηλαδή, να κάνουμε με περίπτωση «το δις (και βάλε…) εξαμαρτείν ουκ Morbius σοφού», αφού ξανά μανά ο βασικός ήρωας παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στο καλό και στο κακό, πασχίζοντας να βρει την αληθινή του ταυτότητα. Οι σαφείς πρώτες ενδείξεις, πως πρόκειται για τον καθαρόαιμο villain της υπόθεσης, δεν πείθουν ούτε λεπτό, αφού η εκκρεμότητα που υπάρχει από το flashback της παιδικής του ηλικίας, σχετικά με τα αισθήματα στοργής που έκτοτε έχουν αναπτυχθεί ανάμεσα σ’ αυτόν και στον καλύτερό του φίλο (ο οποίος πάσχει από την ίδια σπάνια ασθένεια…) Μάιλο, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο σε τι είδους μεταστροφή χαρακτήρων θα οδηγήσει. Πως, όμως, αυτοί οι δύο να εκληφθούν ως φοβεροί και τρομεροί αντίπαλοι, η κόντρα των οποίων θα έχει καταστροφικά (για ποιους, άραγε;) αποτελέσματα, όταν ο δύσμοιρος Μάιλο συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο παιδάκι που του πήραν το παγωτό από τα χέρια, αφήνοντας να εννοηθεί πως ο μόνος λόγος για τον οποίο επιθυμεί να ρουφάει αίμα (ώστε να διατηρείται όμορφος και υγιής) είναι… για να βγάλει καμία γκόμενα; Με λίγα λόγια, ιστορία χωρίς δυνατούς αντιπάλους και ξεκάθαρα όρια σημειολογίας καλού και κακού δεν αντέχει για να στηρίξει ολόκληρο έργο.

1423 5

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι υποπλοκές του φιλμ, που αποτίνοντας με τη σειρά τους τον… ολούθε «Venom» φόρο τιμής, στέκουν ως ανύπαρκτες. Το ενδιαφέρον του Morbius για την ασφάλεια και φροντίδα της πιστής του νοσοκόμας προτάσσει χασμουρητά έναντι δράσης, ενώ η αστυνομικού τύπου πλοκή με τους δύο ντετέκτιβ που προσπαθούν να διαλευκάνουν τους περίεργους διά αφαίμαξης φόνους οι οποίοι αίφνης έχουν ενσκήψει στην πόλη, προσθέτει έναν εκτός τόπου και χρόνου μπουφόνικο τόνο (ειδικά ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Αλ Μάντριγκαλ). Δεν μένει έτσι παρά το γερό χαρτί του ονόματος του Τζάρεντ Λέτο, ο οποίος διαθέτει την «άσχημη» γοητεία που ο ήρωάς του επιβάλλεται να έχει (ως άλλος Τομ Χάρντι), όμως, από ένα σημείο κι έπειτα μένει ξεκρέμαστος, μοιάζοντας ν’ απορεί για το κατά πόσο είναι ο καλός που κάνει τον κακό ή ο κακός που κάνει τον καλό. Απάντηση επί της ουσίας δεν υπάρχει, μιας και αυτή (κατά τα ειωθότα του genre) παραπέμπεται στις… καλένδες του sequel. Οι σκηνές που ακολουθούν τους τίτλους τέλους λειτουργούν σαν teaser των όσων πρόκειται να έρθουν (κάποτε), βάζοντας εν πολλοίς τα πράγματα στη θέση τους. Παράλληλα, βέβαια, δημιουργούνται απορίες για τον ουσιαστικό λόγο ύπαρξης του «επεισοδίου» που προηγήθηκε. «Συνεχίζεται στο επόμενο», λοιπόν, και ο Morbius… βοηθός!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

O «Morbius» έχει την επιθυμία να χαράξει νέους υπερ-ηρωικούς δρόμους, ακολουθώντας, όμως, τα ίδια, άστοχα μονοπάτια που άλλοι πριν από αυτόν έχουν διαβεί! Όσο παράδοξο είναι στη σκέψη, άλλο τόσο φτωχό είναι στην εκτέλεση. Για να μην επαναλαμβάνω τα ίδια, παρακαλώ ανατρέξτε στο «ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;» του «Venom». Με τις κατάλληλες αλλαγές τίτλων και ονομάτων, ισχύουν ακριβώς (μα, ακριβώς!) τα ίδια. Μέχρι και «αστειάκι» σαρκασμού που ενώνει τους δύο ήρωες υπάρχει εδώ χάμω. Πως αλλιώς να το πω, δηλαδή;

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module