ΑΝΤΙΟ ΚΥΡΙΕ ΧΑΦΜΑΝ - Νίκος Παλάτος

Παρίσι, 1941. Εβραίος κοσμηματοπώλης μεταβιβάζει το μαγαζί του στον υπάλληλό του, με τη συμφωνία να το πάρει πίσω όταν κάποτε τελειώσει ο πόλεμος. Ανήμπορος, πλέον, να περάσει στην ελεύθερη γαλλική ζώνη όπως αρχικά υπολόγιζε, αναγκάζεται να βρει καταφύγιο στο υπόγειο του καταστήματός του. Το νέο αφεντικό του κοσμηματοπωλείου, όμως, έχει πια τον πρώτο λόγο σε ό,τι αφορά την αναμεταξύ τους σχέση.

Αναρωτιόμασταν την προηγούμενη φορά που ένα φιλμ του σκηνοθέτη Φρεντ Καβαγέ διανεμήθηκε στις ελληνικές αίθουσες, τι δουλειά είχε αυτός ο εξειδικευμένος στα (καλά) αστυνομικά θρίλερ σκηνοθέτης, σε μια «κωμωδία» όπως ήταν «Ο Αρχιτσιγκούνης» (2017). Όπως φαίνεται ξεκάθαρα, πλέον, δεν ήταν παρά το πρώτο βήμα της πλήρους αλλαγής πορείας για τον Γάλλο auteur, αφού έπειτα από το αδιανέμητο στη χώρα μας remake α λα γαλλικά του διεθνούς ιταλικού hit «Perfetti Sconosciuti», με τον τίτλο «Le Jeu» (σαν να λέμε… «Τέλειοι Ξένοι»), αφήνει πίσω του και την κωμωδία, για να βουτήξει στα κινηματογραφικά (συχνότατα) προσφιλή νερά του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ευτυχώς, βγαίνει στεγνός.

1427 2

Οι θεατρικές καταβολές του έργου δεν κρύβονται, μιας και η δράση λαμβάνει χώρα σχεδόν αποκλειστικά εντός του κοσμηματοπωλείου του μεσιέ Χαφμάν. Προ του ναζιστικού κλοιού, ο οποίος αρχίζει να σφίγγει επικίνδυνα για του Εβραίους του Παρισιού, ο αξιότιμος μαγαζάτορας διώχνει άρον άρον την οικογένειά του για την ελεύθερη Γαλλία, διαβεβαιώνοντας πως θα την ακολουθήσει μόλις τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του καταστήματος. Ατυχώς, δεν προκάμει να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα, κάτι που τον φέρνει στην διόλου άνετη θέση να πρέπει να περάσει μια εύλογη χρονική περίοδο σχεδόν ως «φυλακισμένος» στο ίδιο του το σπίτι. Ο μαθητευόμενος υπάλληλός του, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στην οικία / κατάστημα του αφεντικού του ως υπαγόρευε η συμφωνία που σύναψαν, δείχνει κατανόηση στο πρόβλημα, προσφέροντάς του στέγη και τροφή, αν και κάτι τέτοιο (αρχικά) δεν προβλεπόταν. Υπό καθεστώς κινδύνου και φόβου, ο αληθινός χαρακτήρας του κάθε ανθρώπου βγαίνει στην επιφάνεια και αυτό ακριβώς θα συμβεί στο αποτελούμενο από το ζεύγος Μερσιέ και τον μεσιέ Χαφμάν τρίγωνο. Πόσω μάλλον όταν, εξαρχής, ουδεμία διάθεση συγκατοίκησης υπήρχε.

Ο Καβαγέ ξεκινά την ιστορία του δίνοντας την εντύπωση πως αυτό που πρόκειται ν’ ακολουθήσει είναι ένα ακόμα τυπικό ιστορικό δράμα περί του Ολοκαυτώματος. Γρήγορα, όμως, γίνεται σαφές πως ο στόχος κάθε άλλο παρά τέτοιος είναι, αφού η ταινία του παίρνει τη μορφή ψυχολογικού δράματος δωματίου, με κάποιες θριλερικές πινελιές. Ρίχνοντας το βάρος της αφήγησης στον υπάλληλό του, μεσιέ Μερσιέ, το «Αντίο κύριε Χαφμάν» αποτελεί το ψυχογράφημα ενός συμπλεγματικού ανθρώπου, ο οποίος βρίσκει (από το πουθενά!) πρόσφορο έδαφος για να ικανοποιήσει τον υφέρποντα οπορτουνισμό και την ματαιοδοξία του. Πεπεισμένος πως η αναπηρία του στο πόδι τού έχει στερήσει πολλές από τις ευκαιρίες της ζωής και νιώθοντας τύψεις από το γεγονός πως αδυνατεί να καταστήσει τη γυναίκα του έγκυο, ο Μερσιέ αρχίζει σταδιακά να χτίζει φιλία με τον Γερμανό διοικητή της Κομαντατούρ. Μοιάζει να διακατέχεται από αθώες προθέσεις, βλέποντας τη συναλλαγή του με τον κατακτητή ως αναγκαίο μέρος της δουλειάς του, όμως, σε τέτοιες καταστάσεις ο δωσιλογισμός παραμονεύει στη γωνία…

1427 3

Με στέρεη αφήγηση που παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή και πειθώ την ψυχολογική εξέλιξη των τριών κεντρικών ηρώων, ο Καβαγέ χτίζει ατμόσφαιρα που ενίοτε θυμίζει το ασφυκτικό πλαίσιο του «Κυρίου Κλάιν» (1976), συνδυάζοντάς την με τα «Παιχνίδια Διχασμού και Εγκυμοσύνης» (2000), δίχως ίχνος κωμικής διάθεσης, όμως. Παραμελεί κάπως τον χαρακτήρα του μεσιέ Χαφμάν, αφού κρατώντας τον σταθερά (και εκ σεναριακής ανάγκης) στο υπόγειο, δεν μπορεί παρά να μένει αμέτοχος σε όσα ο Μερσιέ έχει κατά νου, αν και η πορεία της σχέσης τους με την μαντάμ Μερσιέ στέκει ως ο αληθινός καθρέφτης του χαρακτήρα του καθενός. Ίσως χρειαζόταν μεγαλύτερη τόλμη σκηνοθετικά, ώστε οι δυο-τρεις θριλερικές στιγμές του φιλμ (όπως η σκηνή με την μπάλα) ν’ αποκτούσαν ουσιαστικό λόγο ύπαρξης στην πλοκή. Πιθανότατα δεν υπήρχε φιλοδοξία για κάτι «μεγαλύτερο» ή για μια πέραν του τυπικού σκηνογραφική εκμετάλλευση του κλειστού χώρου, στα πρότυπα ενός «Πατέρα» (2020). Ακόμα κι έτσι, όμως, το «Αντίο κύριε Χαφμάν» αποτελεί ένα από τα (δυστυχώς) ολοένα και πιο σπάνια σοβαρά δείγματα γραφής μιας κινηματογραφίας που άλλοτε τέτοιες ταινίες τις γυρνούσε για πλάκα (τρόπος του λέγειν…).

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ενήλικος, στιβαρός και ενίοτε ακαδημαϊκός γαλλικός κινηματογράφος, σχεδόν όπως παλιά. Αν έχετε βαρεθεί τις ταινίες για το Ολοκαύτωμα (σηκώνω χέρι), μην τρομάξετε από το ιστορικό της πλαίσιο, καθώς, εν προκειμένω, το ιστορικό γεγονός περισσότερο σαν αφορμή στέκει. Οι της «γαλλικουργιάς», από απόσταση. Οι πρωταγωνιστές της μπορεί να έχουν εμφανιστεί σε κάμποσες «κωμωδίες του καλοκαιριού», αλλά εννοείται πως εδώ ουδεμία τέτοια σχέση έχουν.

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module